Θάνατος στο Διαδίκτυο: there is no pain

Image Hosted by ImageShack.us
Salvador Dali, In Voluptate Mors, 1951. Photo by Philippe Halsman

Ξεκίνησα πριν από μερικές ημέρες να γράφω ένα κείμενο που φανταζόμουν να πραγματεύεται το «Μεγαλείο ενός Διαδικτυακού Θανάτου». Για άσχετους λόγους – δουλειές, οικογενειακά ατυχήματα, ταξίδια που αναβλήθηκαν, μια ντροπή σ’ένα οικόπεδο – το κείμενο έμεινε ημιτελές. Η ιδέα αφορούσε κατ’αρχήν τον σκηνοθετημένο (όπως αποδείχτηκε) διαδικτυακό «θάνατο» του peanuts in your hat. Ταυτόχρονα, μου είχε μπεί η ιδέα να συνδυάσω τα σχόλια για τον αυτουργό αυτού του «θανάτου» και τον τρόπο με τον οποίο τον αντιμετώπισε η κοινότητα των ελλήνων ιστολογιογράφων, με τα σχόλια που συχνά-πυκνά παρουσιάζει ο naftilos με σταθερό τίτλο new kids on the blog (ένα πρόσφατο παράδειγμα). Αυτό γιατί, σχεδόν τυχαία, κρατούσα έναν αντίστοιχο «R.I.P.» κατάλογο — με ελληνικά ιστολόγια τα οποία είχαν διακόψει τη δραστηριότητά τους για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ’όσο θα ήταν λογικό να υποθέσει κανείς ότι πρόκειται για οπαδούς του «αραιού posting». Απ’όσο γνωρίζω κανείς δεν αναγγέλει τέτοιες «απώλειες» (ούτε οι ίδιοι οι αυτουργοί, με μία ιδιαίτερη εξαίρεση). Αντιθέτως, οι σύνδεσμοι προς ιστολόγια εκτός λειτουργίας παραμένουν στις σελίδες κάποιων που τους ανέβασαν ακολουθώντας κάποια απ’ τις μεθοδολογίες αλληλοσύνδεσης που τόσο εύστοχα έχει κατηγοριοποιήσει ο don’t kiss the frog («διαπλοκή» το ονομάζει και είναι πράγματι κάποια σχέση σαν διαπλοκή), παραμένουν και κυματίζουν σαν ξεχασμένες σημαίες κρατών που έπαψαν να υφίστανται και άρα κανείς δεν τις φροντίζει, ώσπου να καταντήσουν τελικά κουρέλια και να υποσταλούν, σφραγίζοντας έτσι τα επίσημα πιστοποιητικά θανάτου.

Ήδη έγραψα πολλά που χρήζουν επεξηγήσεων και παραπομπών και προβλέπω άλλο ένα μακρυνάρι ποστ που θα διώξει και τους τέσσερεις τελευταίους αναγνώστες απ’ αυτό το δακρύβρεχτο μπλογκ. Όμως. Ακούγοντας το The Long Voyage του Hector Zazou (από το άλμπουμ Songs from the Cold Seas), με τους Suzanne Vega & John Cale, αποφάσισα να το αφιερώσω εδώ, επιτόπου, στην andrea zax, η οποία ξεκινάει σήμερα, ανήμερα των γενεθλίων της, ένα εξαιρετικά σημαντικό ταξίδι: μιαν αλλιώτικη ζωή. Να είναι δροσεροί οι δρόμοι που θα διαβείς, μικρή μου.

Τα κάνω όλα τα σχετικά με τα παραπάνω κατκεπέηστ σε ντραφτ για προσεχές ποστ και ολοκληρώνω με αυτοκριτική: πολύ πριν τον sgoofy (του peanutsinyourhat), εγώ ο ίδιος, παρέα με τον εαυτό μου εκείνον που ευχαριστιέται να μπερδεύει τους άλλους μπας και, μέσ’ τον κουρνιαχτό, βρει τρόπο να ξεφύγει χωρίς να εκφέρει τις απαραίτητες εξηγήσεις, σκηνοθέτησα (χωρίς ιδιαίτερη προσοχή και άρα και πειθώ), μια θανατογέννηση. Για λόγους που ίσως δυόμιση άτομα καταλαβαίνουν, η διαδικτυακή περσόνα chronoos παρέδωσε ολοκληρωτικά τη σκυτάλη στη διαδικτυακή περσόνα dystropoppygus, αναγγέλοντας μ’ένα μάλλον άκομψο τρόπο το (προσωρινό;) τέλος ενός θεωρητικά γνωστού διχασμού προσωπικότητας. Θεωρητικά, γιατί ελάχιστοι παρακολουθούσαν (η θεατρική αναγγελία εξ άλλου έγινε ακριβώς για να προληφθούν πιθανές επιπλοκές που η επερχόμενη ύπαρξη ενός διευρυμένου κοινού θα προξενούσε). Πράγματι, μόνον οι loxias και steph σχολίασαν (και o vague tourist έκτοτε). Αλλά αυτοί έχουν μια «πλησιέστερη» σχέση με τον γράφοντα, ο καθένας με τον τρόπο του, και δε ‘μετράνε’ στο ζητούμενο: την αντίληψη των πολλών για τον διαδικτυακό θάνατο του ενός. Θάνατος κι αυτός. Μ’ αρέσει που λέμε «τυχεροί αυτοί που φεύγουν». Δε ρωτάει κανείς όμως (πια) πού πάνε.

Διάλειμμα: Pink Floyd, Comfortably Numb (1979)

Advertisements

Όνειρο θερινής τσάντας

Η φράση «όταν η μόδα συναντά την τέχνη» πάντα μου έφερνε δάκρυα στα μάτια. Δάκρυα απο το γέλιο. Θεωρούσα απύθμενα γελοίο κάτι τόσο επιφανειακό όπως η μόδα, κάτι που ασχολείται με τίποτα παραπάνω απ’το να προκαλεί κόμπλεξ σε αναρίθμητες, ήδη κομπλεξαρισμένες έφηβες κάθε ηλικίας, αυξομειώνοντας το ύψος του κάπρι και το σχήμα του τακουνιού, πάντα προς το συμφέρον των απανταχού μόδιστρων, να μπορεί να συνδυαστεί με την τέχνη. Τελεία.

Γιατί η τέχνη, είναι κάτι το μαγικό. Κάτι το ολότελα αλλούτερο, αποστασιοποιημένο ή βγαλμένο μέσα απο τη ζωή (ανάλογα αν είσαι fan του Μπρεχτ ή του Φώσκολου). Ή έτσι νόμιζα… Και χτες γνώρισα μια κοπέλα, ηθοποιό το επάγγελμα, που καθότι δραματουργικά άνεργη, κάθεται και σχεδιάζει τσάντες για να καλμάρει τις εσωτερικές ύαινες της δημιουργίας της. Αλλά όχι τσάντες ότι να’ ναι.

Τσάντες με τυπωμένα σοννέτα του Σαίξπηρ…

Κι έκατσα και σκέφτηκα, όπως έκανε η καλλίγραμμη αοιδός πριν απο 3 χρόνια και βγήκε και 3η στη Eurovision.

Πόσες φορές η τέχνη δεν έχει γίνει μόδα; Απόδειξη όλες αυτές οι γκομενίτσες και γκομενίσκοι που μέχρι πρότινος διάβαζαν μόνο Cosmopolitan, Men’s Health, άντε και Αθηνόραμα για τα σινεμά. Και ξαφνικά ανακάλυψαν τον Ντα Βίντσι, δια χειρός Dan Brown. Όχι, δεν έχω κάτι με το βιβλίο. Δεν το έχω διαβάσει καν. Ούτε αυτό, ούτε τις Μάγισσες της Σμύρνης (άλλη πετριά αυτή, ξαφνικά πάσα θηλυκή ύπαρξη αναζητά αγωνιωδώς την τράπουλα της Κατίνας για να ανακαλύψει το μέλλον και να αναπληρώσει τα εσωτερικά, εσωτεριστικά της κενά). Και ναι, είμαι προκατειλλημένη. Μπορεί να είναι αριστουργήματα, for all I know. Μπορεί να κρατάω κλειστή την πόρτα της βιβλιοθήκης μου σε 2 βιβλία που θα μου αλλάξουν τη ζωή. Ή μπορεί και να κερδίσω πολύ ευχάριστες στιγμές ύπνου, καθώς οι πρώτες βαρετές φράσεις λειτουργούν σα σταγόνες βαλεριάνας στα μάτια μου.

Εν πάσει, θα το ανακαλύψω αργότερα. Όταν η πλατεία θα’ναι άδεια.

Το άλλο σκέλος όμως του επιχειρήματος, δυσκολεύτηκα να το δεχτώ. Και πιθανότατα να μην το δεχόμουν ποτέ, ειδικά λόγω της στενής ενασχόλησής μου με το χώρο, με το tweed και με το πόσα δαχτυλίδια φοράει ο Karl Lagerfield. Δεν μπορώ να καταλάβω δηλαδή, πως κάτι τόσο χρηστικό όπως ένα ρούχο, μπορεί να γίνει τέχνη. Όμορφο ίσως. Θελκτικό, προκλητικό. Τέχνη όμως; Η λογοτεχνία, το θέατρο, η μουσική, δεν δημιουργήθηκαν για κανένα ‘πρακτικό’ λόγο. Γεννήθηκαν απο τον ελεύθερο χρόνο του ανθρώπου και απο την ανάγκη του να θυμίζει στα κύτταρά του ότι «είμαστε φτιαγμένοι απο το υλικό των ονείρων».

Τέχνη…Μεγάλη και βαριά αυτή η λέξη. Και πολύ ενοχοποιημένη για μένα, κάπως σαν το «σ’αγαπώ». Υπάρχει κάποιο είδος ταμπού για το σ’αγαπώ – είναι λέει πολύ σοβαρή κουβέντα. Δεν μπορείς να την ξεστομίζεις έτσι απλά, στο πρώτο ραντεβού ή απο τον πρώτο μήνα. Για την ακρίβεια…μην το πεις καθόλου. Άστο καλύτερα να αιωρείται, κάπου πάνω απο το κεφάλι σαν συννεφάκι. Μαλακίες… Λες και το σ’αγαπώ είναι κάτι σαν εξίσωση, x=15y+3/14z². Λες και σημαίνει για όλους το ίδιο πράγμα, με τον ίδιο τρόπο, για την ίδια χρονική διάρκεια. Το ίδιο όμως δεν ισχύει και για την τέχνη; Δεν είναι υποκειμενική έννοια;

Μήπως έχουμε παραφορτώσει κάποιες λέξεις; Και μήπως, ταυτόχρονα, έχουμε αφαιρέσει τη βαρύτητα απο άλλες; Ο τάδε κάνει τέχνη…Η δείνα είναι ιερό τέρας… Η παραδείνα είναι κούκλα… Όλα στον υπερθετικό.

Μπορεί τελικά η μόδα να συναντήσει την τέχνη; Πρακτικά μπορεί, εφόσον Σαίξπηρ και ύφασμα φιγουράρουν στον ίδιο χώρο. Ουσιαστικά όμως; Δύναται το «to be or not be» να αποκτήσει τζιν, πιε ντε πουλ ή έστω σατινέ υπόσταση; Αγνοώ.

Τελικά…είναι καλό που «στην Ελλάδα είσαι ότι δηλώσεις» ή πρέπει «να προφέρεις σωστά τη λέξη θάλασσα για να γυαλίσουν μέσα της όλα της τα δελφίνια»; Διαφωτίστε με!

Declaration

Υπήρχε μια εποχή που συμμετείχα σε διαδηλώσεις/καταλήψεις/πορείες/αφισοκολλήσεις και όλα τα συναφή. Ήτο μια ηρωική περίοδος της ζωής μου, ντυμένη στο κόκκινο, πριν σοβατιστεί απο το άσπρο της καταναλωτικής, καπιταλιστικής καταλυτικής καθημερινότητας (κι εδώ υποθέτω κολλάει το άσμα «ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουνε γίνει…ροζ). Διάβαζα εφημερίδες με δύσκολες, πολυσύλλαβες λέξεις και στο τοπ 3 της playlist μου φιγούραρε η Τρίτη Διεθνής.
Παρόλο που αυτό δεν ήταν πολλά χρόνια πριν, και οι πολιτικο-οικονομικές συνθήκες στην Ελλάδα δεν έχουν αλλάξει και τόσο πολύ, τώρα πια ανατρέχω σε αυτές τις στιγμές με ένα γλυκόξινο σαν κινέζικη σάλτσα μειδίαμα. Ήμουν πεπεισμένη οτι η Επανάσταση έρχεται, στη γωνία είναι και στρίβει (πάρτο δεξιά, θα βρεις!), ότι δεν υπάρχει ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη (τώρα πιστεύω μάλλον το αντίθετο, οτι δεν υπάρχει δικαιοσύνη χωρίς ειρήνη), οτι ο μόνος τρόπος να σπάσουν τις αλυσίδες τους οι προλετάριοι όλου του κόσμου είναι να ενωθούν…
Και μετά ανακάλυψα τα Manolo Blahnik, και μαζί με αυτά τη συνειδητοποίηση οτι ο μύθος περί ισότητας είναι τόσο ρεαλιστικός όσο και η νεράιδα των δοντιών (και ίσως ακόμα λιγότερο). Ναι, λοιπόν, ζω σε μια καταναλωτική κοινωνία την οποία συντηρώ με τον τρόπο ζωής μου, αγοράζω 25 lip-gloss κάθε φορά που πηγαίνω για ψώνια, είμαι περήφανη για τα τακούνια μου κι έχω πιστωτικές κάρτες. Δεν με κυνηγάνε πια Χρυσαυγίτες, και το μόνο που απειλεί τα νύχια μου είναι αυτό το πληκτρολόγιο κι όχι η τοξική κόλλα απο τις αφίσες.
Ευτυχισμένη; Δεν ξέρω. Θέλω να πιστεύω πως μεγάλωσα, πως όλο αυτό ήταν μια φυσική εξέλιξη.
Άλλωστε, όποιος δεν είναι κομμουνιστής στα 20 είναι ηλίθιος. Το ίδιο και όποιος έχει παραμείνει κομμουνιστής στα 40…
Δεν έχω και σε πολλή εκτίμηση τη δύναμη των πολλών. Ο καθένας μόνος του πρέπει να αλλάξει τον εαυτό του προς το καλύτερο. Και μετά συζητάμε να αλλάξουμε τον κόσμο (αν υπάρχει ακόμα).
Όμως, αν και αηδιαστικά ατομίστρια…here I am!

Έχεις στυλό σε καμιά τσέπη;

Την περασμένη Τετάρτη, εξαιτίας μιας απρόσμενης υποχρέωσης να οδηγήσω πρωινιάτικα μέχρι την Πλατεία Βάθη, κατάφερα να καταστρέψω τη μέρα μου, τα νεύρα μου και δύο πακέτα σοκολάτες υγείας αμυγδάλου.

Αφού απέτυχα να διασχίσω τις κατηφόρες του Πολύγωνου μόνο και μόνο επειδή κάποιος κάφρος εργολάβος αποφάσισε τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα να κλείσει τη μοναδική οδό διαφυγής προς το Δικαστικό Μέγαρο (για να ρίξει μπετά ένα θηριώδες όχημα με προβοσκίδα), εγκλωβίζοντας τους ανυποψίαστους οδηγούς που κατέβαιναν γκαζωμένοι και αναγκάζοντάς τους να κάνουν ελιγμούς αναστροφής σε τυφλό σημείο με φρικτή κλίση την ώρα που «έσκαγαν» στο εν λόγω σημείο άλλοι ανυποψίαστοι γκαζωμένοι που ανέβαιναν την αντίστοιχη ανηφόρα-μονόδρομο από τη μεριά της παλιάς Σχολής Ευελπίδων, ε, γύρισα προς την πηγμένη λεωφόρο που εφάπτεται των Δικαστηρίων. Τι διάολο τα πήραμε τα φορ-μπάι-φορ άλλωστε, για να ξεφεύγουμε από συφοριασμένους εργολάβους και τους μπράβους τους με τις μπετονιέρες. Κεντώντας ένα όμορφο ποιηματάκι σε δεκαπεντασύλλαβο χωρίς ομοιοκαταληξία με θέμα (κυρίως) την έδρα του εργολάβου (αν υπάρχει θεός ή ερινύες ή μετακοσμικές ακτίνες τύπου «γάμμα» το φρικτό αυτό κάθαρμα θα βρίσκεται ήδη σε ράντζο στο Γενικό Κρατικό με απίθανα εκζέματα και συμφύσεις παντού και θα του έχουν αφαιρέσει προληπτικά τα έντερα, το συκώτι και τα μάτια – α, όχι, αυτά θα είχαν ήδη πεταχτεί έξω μετά το επεισόδιο με τη μπετονιέρα που φαντασιώθηκα), τσούλαγα μαλθακά στην κατηφοριά.

Τριγύρω μου, άπειρο πλήθος: κλούβες αργόφερναν υπόδικους, δικηγόροι με τσαντικά φουσκωμένα από δικόγραφα και κακοφτιαγμένα σάντουιτς σε αλουμινόχαρτο, μαθητές που έτρεχαν καθυστερημένοι προς το παρακείμενο σύμπλεγμα σχολικών κτιρίων («68ο Δημοτικό Σχολείο», «39ο Μαργαρίτα-Μαργαρώ», «5η Διεύθυν/κλαδί πεύκου), μάρτυρες κατηγορίας, μάρτυρες υπεράσπισης, κλητευθέντες για κατάθεση από την 43η Τακτική Ανακρίτρια κα. Πόπη Φαρμάκη, η οποία επίσης έχει κλητευθεί από τον Ειδικό Ανακριτή του Αρείου Πάγου να δώσει εξηγήσεις για το ύψος του τραπεζικού της λογαριασμού και κείνο το εξοχικό στο Ντράφι με τη θερμαινόμενη, τροχονόμοι που «ρύθμιζαν» την κυκλοφορία, βέσπες, καρότσια (με μαμάδες) και φυσικά αυτοκίνητα. Ή μάλλον αυτο-ακίνητα. Χιλιάδες αυτο-ακίνητα.

Με τα πολλά και ενώ το σώμα μου άρχισε ήδη να διαμαρτύρεται για την έλλειψη καφέ (το’χω αυτό το κουσούρι, μια νταμιτζάνα εσπρέσο είναι απαραίτητη αμέσως μετά τον καθημερινό διπλό ελληνικό που με ξεκολλάει απ’το κρεβάτι μου), έφτασα να κινούμαι στην Αλεξάνδρας, δίπλα ακριβώς στο διάζωμα. Κινούμαι τώρα είναι μια ποιητική υπερβολή: σκεφτείτε σλόου μόσιον. Πολύ σλόου. Το σκηνικό λοιπόν που σκάει μπροστά στα μάτια μου, διανθισμένο με καπνό απ’ το τριακοστό τσιγάρο μου και το όχι-και-τόσο-αόρατο καυσαέριο της λεωφόρου: λιακάδα, ελαφρά υγρός αέρας, τριμελές πλήρωμα υπεργολαβικού συνεργείου επί του γκαζονοφόρου διαζώματος της Αλεξάνδρας με σκοπό το κούρεμα του χλοοτάπητα. Χάμω (επί του κουρευθησομένου) κείται περίεργο μηχάνημα, με χερούλια σαν από τσοπεράδικο, πηρούνι μακρύ και λουριά. Αντιλαμβάνομαι αόριστα πλησιάζοντας ότι πρόκειται για κινητή μονάδα κουρέματος γκαζόν το οποίο «ζεύεται» ο χειριστής και προχωράει δουλεύοντας, κατάλληλο για τέτοιες περιπτώσεις περιορισμένου χώρου. Κάτι σαν μπουκάλα-τεπόζιτο καυσίμου προδίδει τον τρόπο λειτουργίας και προειδοποιεί ότι καλό θα ήταν να απομακρυνθεί κανείς πριν την έναρξη αυτής. Εκτός κι αν γίνεται χάι απ’το μείγμα λαδιού-βενζίνης που τροφοδοτεί το εργαλείο. Ελλείψει εναλλακτικού θεάματος, εστιάζω χαλαρά στο τριμελές πλήρωμα, καθώς άλλωστε πλησιάζω αργά-αργά σε θέση εντός ηχητικής εμβελείας των εκφερομένων. Παρατηρώ: ο χειριστής, μάλλον αλλοδαπός οικονομικός μετανάστης από πολύ γειτονικό κράτος, δείχνει ανήμπορος να κατανοήσει το μηχανικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν. Δίπλα του, ένας κοντός κινητικός με σακάκι, έλλην, είναι μάλλον ο επιστατεύων: έχει μόλις ανασηκωθεί πάνω από το κουρευτικό μηχάνημα και εκφέρει διάγνωση, της οποίας μόνο το τελευταίο μέρος καταφέρνω να ακούσω – «…[βούλω]σε το σωληνάκι μωρεγαμώτο ένα μυτερό κάτι να ζμπρώξω ένα μολύβιγαμ[ωτο]..» Ένα βήμα ακριβώς πίσω του, στέκεται η «υποστήριξη»: κοκκαλιάρης ευθυτενής, περίπου στα όρια της συνταξιοδότησης, κρατάει με το ένα χέρι την άκρη μιας μαύρης, μεγάλης σακούλας σκουπιδιών που κρέμεται άδεια ως το έδαφος, ενώ με το άλλο φουμάρει, απολαμβάνει, ρουφάει ηδονικά τζούρες από τσιγάρο, με το κεφάλι κάπως προς τα πίσω ριγμένο, κοιτάζοντας ψηλά, στις ταράτσες των πολυκατοικιών που μας περιβάλλουν, παντελώς αμέτοχος. Μα παντελώς. Υποθέτω ότι ο ρόλος του είναι να μαζεύει τα κομένα χόρτα στη σακούλα, οπότε αν δε δουλέψει πρώτα ο Αλβανός, χέστηκε. Τη στιγμή που τους πλευρίζω ακριβώς, ο «επιστάτης» έχει ολοκληρώσει το πασπάτεμα του σακακιού του κι έχει επιβεβαιώσει την έλειψη του απαραίτητου εργαλείου που θα δώσει (κατά την κρίση του) λύση στο πρόβλημα του βουλωμένου σωληνακίου τροφοδοσίας. Γυρνάει προς το μέρος του ονειροπολόντος ημι-συνταξιούχου και του γαβγίζει (του γαβγίζει, επακριβώς): «‘Εχεις, ρε, στυλό σε καμιά τσέπη;»

Το γάβγισμα επαναφέρει ακαριαία τον βοηθό-συλλέκτη κουρεμένου γκαζόν στη σκληρή πραγματικότητα. Ξαφνιασμένος, επεξεργάζεται την ερώτηση, αλλά είναι φανερό ότι αδυνατεί να κατανοήσει το πώς και κυρίως το γιατί του διακόπτουν την ονειροπόληση για τον συγκεκριμένο λόγο. Αντί όμως να τους ξεφορτωθεί μ’ένα «όχι» τελοσπάντων, υπερισχύει μέσα του ο έλληνας που όλα θέλει να τα μαθαίνει και να τα εγκρίνει και να συμμετέχει. Αντιρωτά λοιπόν τον επιστατεύοντα, κάπως χολωμένος μάλιστα (του κόψανε το ρεμβασμό γαμώτομου): «Τι το θές;»

Ακαριαία αντιλαμβάνομαι από την αδιόρατη ανύψωση των φρυδιών του επιστάτη ότι επέρχεται «φάση», ότι θα γίνω μάρτυρας σύγκρουσης, ότι κάτι θα παιχτεί μπροστά στα ακόμα νυσταγμένα μάτια μου και, αυτόματα, καθυστερώ να ρολλάρω αν και το μπροστινό όχημα έχει ήδη απομακρυνθεί ένα μήκος. Και δε με γελά το ένστικτό μου, δε με προδίδει η μύτη μου, δεν άκουσαν ακόμα το παντσλάιν τ’αυτιά μου. Ο επιστάτης, στρέφει το μισό του σώμα προς τον άχρηστο παλιομαλάκα αυθαδέστατο ανθυποβοηθό (τους διαβάζω όλους αυτούς τους χαρακτηρισμούς στο βλέμμα του) και με περισσό τσαμπουκά, με τόννους περιφρόνησης, επιβεβαιώνοντας επίκαιρα ποιός είναι αρχηγός στο τρίο, εκφέρει μεγαλοφώνως την ύψιστη ατάκα: «Για να σε γράψω στ’αρχίδια μου ρε μαλάκα.»

[Η συνέχεια επί της μεγάλης οθόνης.]