Έχεις στυλό σε καμιά τσέπη;

Την περασμένη Τετάρτη, εξαιτίας μιας απρόσμενης υποχρέωσης να οδηγήσω πρωινιάτικα μέχρι την Πλατεία Βάθη, κατάφερα να καταστρέψω τη μέρα μου, τα νεύρα μου και δύο πακέτα σοκολάτες υγείας αμυγδάλου.

Αφού απέτυχα να διασχίσω τις κατηφόρες του Πολύγωνου μόνο και μόνο επειδή κάποιος κάφρος εργολάβος αποφάσισε τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα να κλείσει τη μοναδική οδό διαφυγής προς το Δικαστικό Μέγαρο (για να ρίξει μπετά ένα θηριώδες όχημα με προβοσκίδα), εγκλωβίζοντας τους ανυποψίαστους οδηγούς που κατέβαιναν γκαζωμένοι και αναγκάζοντάς τους να κάνουν ελιγμούς αναστροφής σε τυφλό σημείο με φρικτή κλίση την ώρα που «έσκαγαν» στο εν λόγω σημείο άλλοι ανυποψίαστοι γκαζωμένοι που ανέβαιναν την αντίστοιχη ανηφόρα-μονόδρομο από τη μεριά της παλιάς Σχολής Ευελπίδων, ε, γύρισα προς την πηγμένη λεωφόρο που εφάπτεται των Δικαστηρίων. Τι διάολο τα πήραμε τα φορ-μπάι-φορ άλλωστε, για να ξεφεύγουμε από συφοριασμένους εργολάβους και τους μπράβους τους με τις μπετονιέρες. Κεντώντας ένα όμορφο ποιηματάκι σε δεκαπεντασύλλαβο χωρίς ομοιοκαταληξία με θέμα (κυρίως) την έδρα του εργολάβου (αν υπάρχει θεός ή ερινύες ή μετακοσμικές ακτίνες τύπου «γάμμα» το φρικτό αυτό κάθαρμα θα βρίσκεται ήδη σε ράντζο στο Γενικό Κρατικό με απίθανα εκζέματα και συμφύσεις παντού και θα του έχουν αφαιρέσει προληπτικά τα έντερα, το συκώτι και τα μάτια – α, όχι, αυτά θα είχαν ήδη πεταχτεί έξω μετά το επεισόδιο με τη μπετονιέρα που φαντασιώθηκα), τσούλαγα μαλθακά στην κατηφοριά.

Τριγύρω μου, άπειρο πλήθος: κλούβες αργόφερναν υπόδικους, δικηγόροι με τσαντικά φουσκωμένα από δικόγραφα και κακοφτιαγμένα σάντουιτς σε αλουμινόχαρτο, μαθητές που έτρεχαν καθυστερημένοι προς το παρακείμενο σύμπλεγμα σχολικών κτιρίων («68ο Δημοτικό Σχολείο», «39ο Μαργαρίτα-Μαργαρώ», «5η Διεύθυν/κλαδί πεύκου), μάρτυρες κατηγορίας, μάρτυρες υπεράσπισης, κλητευθέντες για κατάθεση από την 43η Τακτική Ανακρίτρια κα. Πόπη Φαρμάκη, η οποία επίσης έχει κλητευθεί από τον Ειδικό Ανακριτή του Αρείου Πάγου να δώσει εξηγήσεις για το ύψος του τραπεζικού της λογαριασμού και κείνο το εξοχικό στο Ντράφι με τη θερμαινόμενη, τροχονόμοι που «ρύθμιζαν» την κυκλοφορία, βέσπες, καρότσια (με μαμάδες) και φυσικά αυτοκίνητα. Ή μάλλον αυτο-ακίνητα. Χιλιάδες αυτο-ακίνητα.

Με τα πολλά και ενώ το σώμα μου άρχισε ήδη να διαμαρτύρεται για την έλλειψη καφέ (το’χω αυτό το κουσούρι, μια νταμιτζάνα εσπρέσο είναι απαραίτητη αμέσως μετά τον καθημερινό διπλό ελληνικό που με ξεκολλάει απ’το κρεβάτι μου), έφτασα να κινούμαι στην Αλεξάνδρας, δίπλα ακριβώς στο διάζωμα. Κινούμαι τώρα είναι μια ποιητική υπερβολή: σκεφτείτε σλόου μόσιον. Πολύ σλόου. Το σκηνικό λοιπόν που σκάει μπροστά στα μάτια μου, διανθισμένο με καπνό απ’ το τριακοστό τσιγάρο μου και το όχι-και-τόσο-αόρατο καυσαέριο της λεωφόρου: λιακάδα, ελαφρά υγρός αέρας, τριμελές πλήρωμα υπεργολαβικού συνεργείου επί του γκαζονοφόρου διαζώματος της Αλεξάνδρας με σκοπό το κούρεμα του χλοοτάπητα. Χάμω (επί του κουρευθησομένου) κείται περίεργο μηχάνημα, με χερούλια σαν από τσοπεράδικο, πηρούνι μακρύ και λουριά. Αντιλαμβάνομαι αόριστα πλησιάζοντας ότι πρόκειται για κινητή μονάδα κουρέματος γκαζόν το οποίο «ζεύεται» ο χειριστής και προχωράει δουλεύοντας, κατάλληλο για τέτοιες περιπτώσεις περιορισμένου χώρου. Κάτι σαν μπουκάλα-τεπόζιτο καυσίμου προδίδει τον τρόπο λειτουργίας και προειδοποιεί ότι καλό θα ήταν να απομακρυνθεί κανείς πριν την έναρξη αυτής. Εκτός κι αν γίνεται χάι απ’το μείγμα λαδιού-βενζίνης που τροφοδοτεί το εργαλείο. Ελλείψει εναλλακτικού θεάματος, εστιάζω χαλαρά στο τριμελές πλήρωμα, καθώς άλλωστε πλησιάζω αργά-αργά σε θέση εντός ηχητικής εμβελείας των εκφερομένων. Παρατηρώ: ο χειριστής, μάλλον αλλοδαπός οικονομικός μετανάστης από πολύ γειτονικό κράτος, δείχνει ανήμπορος να κατανοήσει το μηχανικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν. Δίπλα του, ένας κοντός κινητικός με σακάκι, έλλην, είναι μάλλον ο επιστατεύων: έχει μόλις ανασηκωθεί πάνω από το κουρευτικό μηχάνημα και εκφέρει διάγνωση, της οποίας μόνο το τελευταίο μέρος καταφέρνω να ακούσω – «…[βούλω]σε το σωληνάκι μωρεγαμώτο ένα μυτερό κάτι να ζμπρώξω ένα μολύβιγαμ[ωτο]..» Ένα βήμα ακριβώς πίσω του, στέκεται η «υποστήριξη»: κοκκαλιάρης ευθυτενής, περίπου στα όρια της συνταξιοδότησης, κρατάει με το ένα χέρι την άκρη μιας μαύρης, μεγάλης σακούλας σκουπιδιών που κρέμεται άδεια ως το έδαφος, ενώ με το άλλο φουμάρει, απολαμβάνει, ρουφάει ηδονικά τζούρες από τσιγάρο, με το κεφάλι κάπως προς τα πίσω ριγμένο, κοιτάζοντας ψηλά, στις ταράτσες των πολυκατοικιών που μας περιβάλλουν, παντελώς αμέτοχος. Μα παντελώς. Υποθέτω ότι ο ρόλος του είναι να μαζεύει τα κομένα χόρτα στη σακούλα, οπότε αν δε δουλέψει πρώτα ο Αλβανός, χέστηκε. Τη στιγμή που τους πλευρίζω ακριβώς, ο «επιστάτης» έχει ολοκληρώσει το πασπάτεμα του σακακιού του κι έχει επιβεβαιώσει την έλειψη του απαραίτητου εργαλείου που θα δώσει (κατά την κρίση του) λύση στο πρόβλημα του βουλωμένου σωληνακίου τροφοδοσίας. Γυρνάει προς το μέρος του ονειροπολόντος ημι-συνταξιούχου και του γαβγίζει (του γαβγίζει, επακριβώς): «‘Εχεις, ρε, στυλό σε καμιά τσέπη;»

Το γάβγισμα επαναφέρει ακαριαία τον βοηθό-συλλέκτη κουρεμένου γκαζόν στη σκληρή πραγματικότητα. Ξαφνιασμένος, επεξεργάζεται την ερώτηση, αλλά είναι φανερό ότι αδυνατεί να κατανοήσει το πώς και κυρίως το γιατί του διακόπτουν την ονειροπόληση για τον συγκεκριμένο λόγο. Αντί όμως να τους ξεφορτωθεί μ’ένα «όχι» τελοσπάντων, υπερισχύει μέσα του ο έλληνας που όλα θέλει να τα μαθαίνει και να τα εγκρίνει και να συμμετέχει. Αντιρωτά λοιπόν τον επιστατεύοντα, κάπως χολωμένος μάλιστα (του κόψανε το ρεμβασμό γαμώτομου): «Τι το θές;»

Ακαριαία αντιλαμβάνομαι από την αδιόρατη ανύψωση των φρυδιών του επιστάτη ότι επέρχεται «φάση», ότι θα γίνω μάρτυρας σύγκρουσης, ότι κάτι θα παιχτεί μπροστά στα ακόμα νυσταγμένα μάτια μου και, αυτόματα, καθυστερώ να ρολλάρω αν και το μπροστινό όχημα έχει ήδη απομακρυνθεί ένα μήκος. Και δε με γελά το ένστικτό μου, δε με προδίδει η μύτη μου, δεν άκουσαν ακόμα το παντσλάιν τ’αυτιά μου. Ο επιστάτης, στρέφει το μισό του σώμα προς τον άχρηστο παλιομαλάκα αυθαδέστατο ανθυποβοηθό (τους διαβάζω όλους αυτούς τους χαρακτηρισμούς στο βλέμμα του) και με περισσό τσαμπουκά, με τόννους περιφρόνησης, επιβεβαιώνοντας επίκαιρα ποιός είναι αρχηγός στο τρίο, εκφέρει μεγαλοφώνως την ύψιστη ατάκα: «Για να σε γράψω στ’αρχίδια μου ρε μαλάκα.»

[Η συνέχεια επί της μεγάλης οθόνης.]

Advertisements

Δημοσιεύθηκε από

nootropia

Better shine than reflect.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s