Για μια καρέκλα. Κι ένα ποδήλατο.

Image Hosted by ImageShack.us
(Soundtrack: οι Pink Martini μου θυμίζουν να hang on little tomato)

Τα πάντα στη ζωή είναι αποφάσεις. Σταυροδρόμια. Τί να κρατήσεις και τί να πετάξεις.

Κάθε στιγμή, δημιουργούμε αποφάσεις που επηρρεάζουν την πραγματικότητά μας, την αλλάζουν, φτιάχνουν μια άλλη πραγματικότητα. Στη στιγμή χ που εμείς επιλέξαμε τη διαδρομή β απο την α, κάποιος άλλος εαυτός μας μπορεί να επέλεξε τη διαδρομή α – κι έτσι να άλλαξε το Σύμπαν του για πάντα. Αλλά θα αφήσω τις θεωρίες για παράλληλους κόσμους στον Philip Poulman (που βέβαια τους περιγράφει εντελώς παιδικά) και σε ανθρώπους που ξέρουν δυο εξισώσεις παραπάνω απο μένα (εντάξει, estarian?).

Γυρνώντας απο τη δουλειά πριν απο μερικές μέρες, σταμάτησα άξαφνα στην πόρτα του ασανσερ. Αυτό που είδα με καθήλωσε πάραυτα στα 12ποντα ροζ τακούνια μου (και όχι dystro μου, δεν ήταν γάτα). Ούτε ζητιάνος. Ούτε πυρηνική καταστροφή. Ούτε καν μια τούρτα σοκολάτα με γλάσο καραμέλα.

Στην είσοδο της πολυκατοικίας μου, ακριβώς αριστερά (χμμμ, αυτοί οι συνειρμοί) απο το ασανσέρ, υπάρχει ένα κουφωματάκι, αποτέλεσμα της καμπύλης που κάνουν οι σκάλες για όσους παλιομοδίτες ακόμα τις χρησιμοποιούν. Δεν είναι ακριβώς δωμάτιο. Δεν είναι ακριβώς χώρος. Φιλοξενεί άνετα πάντως ένα ζευγαράκι που θα ήθελε να εξευρενήσει τις χαρές του to know us better (εντάξει, με τον κίνδυνο του many more people knowing us better, καθώς όπως είπαμε δεν πρόκειται για δωμάτιο, άρα δεν έχει και πόρτα).

Αυτό το (κούφωμα να το πω; χώρο να τον πω;) χωλάκι κάτω απο τις σκάλες, είναι μια άγραφη συμφωνία για όλους τους ενοίκους. Ο προθάλαμος του θανάτου. Εδώ παρατάνε όλα τα έπιπλα, παιχνίδια, γλάστρες που δεν θέλουν πια, αλλά νιώθουν και πολύ Χριστιανοί (αλήθεια, μα τον Τουτατί!) για να πετάξουν στα σκουπίδια. Έτσι τα αφήνουν εκεί για να τα πάρουν οι άνθρωποι του υπογείου. Γιατί στη δική μας πολυκατοικία, οι κοινωνικές τάξεις ανεβαίνουν ανάλογα με τη θέση των κουμπιών στο ασανσέρ – απλός και σαφής διαχωρισμός για να μην μπερδέψεις ποτέ την αλβανίδα καθαρίστρια με τον αλβανό «επιχειρηματία» της νύχτας που μένει σε ένα σούπερ ντούπερ ουάου έξτρα ντελούξ με φράουλες και σαντιγύ ρετιρέ στον πέμπτο.

Όταν η Α. αποφάσισε οτι τα πατίνια μου με το συνεχές χρούπου-χρούπου μου (πάνω στο διάδρομο, κάτω στο διάδρομο) της προκαλούν έξτρα ημικρανίες, τα κατέβασε στο χωλάκι. Μέσα σε δύο ώρες είχαν εξαφανιστεί (roller blades τελευταίας γενιάς, όχι αστεία). Τα πέτυχα καμιά βδομάδα μετά στα πόδια ενός παιδιού του υπογείου. Η διάθεσή μου χειρότερη κι απο το τελευταίο υπόγειο της κόλασης του μυστηριώδους πύργου του Πάμπλο Τουσέτ στο αγαπημένο μου Κρουασάν. Εκείνο έδειχνε ευτυχισμένο. Πολύ ευτυχισμένο, in a χρούπου-χρούπου kind of way…

Τις προάλλες η Α. αποφάσισε (έτσι είναι chez nous: η Αυτού Μεγαλειότης αποφασίζει κι εμείς – δηλαδή μόνο εγώ τώρα πια– είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε ότι θέλει. ΠΙστεύω οτι ακόμα δεν έχει συγχωρέσει το μπαμπά που της βγήκε απο γωνία και της χάλασε τα σχέδια να φύγει εκείνη πρώτη με ελαφρά πηδηματάκια. Νέβερμάιντ) οτι αρκετά ανέχτηκε το ποδήλατο μου. (όπου ποδήλατο, βλ. ένα post στο accidental kitty, balkony of broken dreams). Κι εγώ, έχοντας περάσει την εφηβεία, το στάδιο της επανάστασης, της αμφισβήτησης, όπου οι γονείς φταίνε για όλα, οι γονείς είναι ηλίθιοι (καλομελέτα κι έρχεται συν-bloggerέ μου) την άφησα να το πετάξει – συγγνώμη να το τοποθετήσει στο δωματιάκι εννοούσα.

Έπιανε σκόνη στο μπαλκόνι, τ’ ομολογώ. Άλλωστε οι ελπίδες μου να εξελιχθώ σε θηλυκό Χειμωνέτο εξανεμίστηκαν όταν κόντεψα να πατήσω την πρώτη μου γριούλα. Το πολύ -πολύ να γινόμουν το έκτο μέλος στη συμμορία του Τομ Χανκς. Δεν ήμουν καλή στο ποδήλατο, τα πόδια μου γέμιζαν μελανιές σαν γεωφυσικός χάρτης της Ασίας, δεν μου άρεσε καν, φοβόμουν τα αυτοκίνητα… Αλλά εξαιτίας μιας κλοσάρ διάθεσης που με συνοδεύει από τότε που γεννήθηκα, πιστεύω οτι left on my own devices το ποδήλατο θα το κρατούσα. Θα ανέβαλα την αποχώρησή του επ’ αόριστον. Θα το άφηνα εκεί, να σκονίζεται στο μπαλκόνι απομεινάρι μιας άλλης εποχής και φερέφωνο ελπίδων που ίσως να μην ευοδωθούν ποτέ… Και σοβαρό εμπόδιο για όποιον τολμήσει να σφουγγαρίσει το μπαλκόνι.

Κι όμως, όταν το είχα αντικρύσει σκονισμένο, παρατημένο στο «δωματιάκι», είχα νιώσει τέτοια θλίψη. Λες κι είχα μπει σε νεκροταφείο αυτοκινήτων. Τόσες πιθανότητες για βόλτες, ακτίνες τροχών που θα γυρνούσαν για να μας πάνε στο σημείο β… Στα αζήτητα. Για να γίνει ευτυχισμένο κάποιο παιδάκι του υπογείου. Ας είναι…

Δε βαριέσαι, είχα πει τότε. Και συνέχισα. Ούτως ή άλλως, η καθημερινότητα δεν ήταν και πολύ διαφορετική. Χωρίς ποδήλατο. Ώσπου πριν απο λίγες μέρες, γυρνώντας απο τη δουλειά, είδα στον «προθάλαμο του θανάτου» αυτό που με καθήλωσε πάραυτα στα ροζ 12ποντα τακούνια μου. Δεν ήταν μια οποιαδήποτε καρέκλα. Ήταν η καρέκλα.

Χρόνια ολάκερα απο την ύπαρξή μου. Έξω, στις καφετέριες, στα μπαρ, στους φίλους. Κι όταν γύριζα σπίτι – καθαρά για τυπικούς λόγους – εκείνος ήταν πάντα εκεί. Στο ίδιο γραφείο. Στην ίδια καρέκλα. Να γράφει καλλιτεχνικές αρλούμπες και να λύνει σταυρόλεξα. Να γκρινιάζει. Να διαβάζει τις νεκρολογίες στην εφημερίδα και να ανασκαλέυει το παρελθόν. Να γκρινιάζει. Να χαμογελάει, να ζηλεύει. Να κουνά το γκρίζο του κεφάλι κάτω απο τη συλλογή με τα μεγάλα Ρώσσικα κεφάλια: Τσέχωφ, Μαγιακόφσκι, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Γκόρκι, κι εκείνος. Οποία αλαζονεία και οποίος παλιμπαιδισμός. Μια ζωή σε μια καρέκλα…

Ο κάθε άνθρωπος χειρίζεται διαφορετικά την απώλεια. Εγώ κρατάω. Η Α. πετάει, θέλει να μετακομίσει. Να μη θυμάται. Εγώ θέλω να θυμάμαι. Να θυμάμαι τα πάντα και για πάντα. Κι αυτή η καρέκλα ήταν πολύ για να την ξεχάσω. Φαντάστηκα για μια στιγμή (μια χρονική στιγμή χ) να ανεβαίνω πάνω με το ασανσέρ, και να αφήνω την καρέκλα κάτω. Να την παίρνει κάποιος μεγάλος του υπογείου για να κάθεται να βλέπει τηλεόραση. Να είναι ευτυχισμένος, σίγουρα πιο ευτυχισμένος απ’ ότι εγώ. In a gling-gling kind of way, καθώς τα ροδάκια της περιστρέφονται αλάδωτα…

Η χρονική στιγμή χ πέρασε. Κι εγώ αποφάσισα. Πάτησα το κουμπί του ασανσέρ, ανέβηκα στον 3ο (κάτι πρέπει να λέει αυτό για το κοινωνικό μου status, μα τον Τουτατί!). Μπήκα στο γραφείο, άδειο χωρίς καρέκλα. Τα μάτια μου γεμάτα, απο μάσκαρα και δάκρυα. Έτρεξα στο δωμάτιό μου, πήρα την καρέκλα του υπολογιστή μου. Καινούρια, με λαδωμένα ροδάκια και έξτρα αναπαυτική πλάτη. Κατεβαίνοντας κάτω, ξέχασα το κλειδί στην πόρτα (σε κάποια χρονική στιγμή χ, σε ένα παράλληλο σύμπαν, κάποιος διαρρήκτης χαμογελά ευτυχισμένος – αν του αρέσουν τα βιβλία that is!).

Φτάνοντας στον προθάλαμο του θανάτου, δεν υπήρξε καμία καθοριστική στιγμή. Απλά πήρα την Καρέκλα, την έβαλα στο ασανσέρ και παράτησα τη δικιά μου πολυθρόνα στη θέση της. Μια θυσία για να εξευμενίσω τους ανέμους. Για να φτάσουμε επιτέλους στην Αυλίδα. Γιατί κάποιος άνθρωπος του υπογείου, θα είναι πολύ ευτυχισμένος, στην καινούρια του ανατομική πλάτη. Όχι όμως περισσότερο ευτυχισμένος απο μένα. Όχι αυτή τη φορά.

Υ.Γ. Κάθομαι στο δωμάτιό μου, στην καρέκλα. Και σκέφτομαι. Η ζωή είναι μια σειρά απο σταυροδρόμια, απο παράλληλα σύμπαντα και στιγμές χ. Τελικά αυτό που έχει σημασία είναι ποιο ποδήλατο έχεις επιλέξει να αφήσεις. Και ποια καρέκλα είσαι διατεθειμένος να κρατήσεις. Με κάθε κόστος. Ακόμα κι αν τρίζουν τα ροδάκια της στην αιωνιότητα…

Advertisements

One thought on “Για μια καρέκλα. Κι ένα ποδήλατο.”

  1. Geia!Diavasa auta pou egrapses kai nomizw oti exeis polu endiaferouses apopseis gia ton xrono….Epeidi asxoloumaste kai emeis me to thema tou xronou kai kuriws to «edw» theleis na checkareis ti paizei sto entertheinsitu.wordpress.com kai na mas peis ti gnwmi sou?

    Thanks a lot!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s