Τα κουτάκια των αναμνήσεων

Image Hosted by ImageShack.us

Κοντά τρεις μήνες πριν, ο Rakasha δημοσίευσε μια σύντομη παρουσίαση-σχολιασμό (διστάζω να την αποκαλέσω ‘κριτική’) για το βιβλίο του Ουμπέρτο Έκο Η μυστηριώδης Φλόγα της Βασίλισσας Λοάνα (Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, σε μετάφραση Έφης Καλλιφατίδη). Το κείμενο του Rakasha και ένα σχόλιο της helion, προκάλεσαν την αγορά του βιβλίου, το οποίο και τελικά διάβασα τον επόμενο μήνα. Γυρίζω σ’ αυτό παρουσιάζοντας μερικά δικά μου σχόλια σήμερα, με αφορμή την «κανονική» (διάβαζε: επαγγελματική) κριτική που δημοσιεύτηκε στο προηγούμενο τεύχος του New York Review of Books από τον Tim Parks, καθηγητή Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου.

Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που γνωρίζω διαθέτουν μια, μικρότερη ή μεγαλύτερη, συλλογή από κουτάκια αναμνήσεων. Μερικοί τα κρύβουν σε δυσπρόσιτα ντουλάπια, στα ψηλά ράφια μιας βιβλιοθήκης, στο τελευταίο συρτάρι του γραφείου τους, στο υπόγειο ή σ’ ένα σκοτεινό πατάρι. Άλλοι τα αφήνουν να περιφέρονται σα να αποτελούν μέρος των καθημερινά απαραίτητων πραγμάτων τους: τα βλέπει κανείς μαζί με τα κλειδιά του αυτοκινήτου, τους απλήρωτους λογαριασμούς, το βιβλίο που τώρα διαβάζουν ή στο μπουντουάρ, δίπλα στα καλλυντικά, στην κουζίνα, μαζί με σκόρπιες συνταγές μαγειρικής και φυλλάδια από κινέζικα take away. Τα κουτάκια αναμνήσεων (που μπορεί κάλλιστα να είναι φάκελλοι, γυάλινα βάζα ή οτιδήποτε μπορεί να περικλείσει άλλα, μικρότερα αντικείμενα) συχνά περιέχουν ένα ή δύο πραγματάκια, συνήθως όμως ξεχειλίζουν ένα φαινομενικά άχρηστο συνοθύλευμα αγαπημένων. Η λέξη ‘αγαπημένων’ χρησιμοποιείται εδώ με την έννοια που της έδωσε ο μεταγλωττιστής της Microsoft όταν εξελληνιζόταν ο Explorer. Tα αντικείμενα, εκτός σπανιότατων περιπτώσεων, είναι σαν βιβλιοδείκτες αναμνήσεων: το απόκομμα ενός εισιτηρίου παραπέμπει τη μνήμη του κατόχου στο πρώτο του ταξίδι στη Ρώμη, το 79, το υπόλειμμα από ένα σπασμένο κολλιέ παραπέμπει σ’ εκείνες τις τόσο αθώες μα και τόσο ονειρεμένες διακοπές στα Κουφονήσια, το καλοκαίρι που ζάλιζαν τις παραλίες μαζί με τον Πέτρο, μια σκισμένη σελίδα απ’ την Μεσημβρινή, κιτρινισμένη και τσαλακωμένη, τον φέρνει στη μέρα που έδωσε την πρώτη του «συνέντευξη», μια ολόκληρη πρόταση της οποίας είχε δημοσιευτεί κάτω απ’ τη φωτογραφία του ιδιοκτήτη της επιχείρησης με την επεξήγηση «εκπρόσωπος του Τμήματος Εξυπηρέτησης Πελατών δήλωσε…» — αλλ’ αυτός ξέρει ότι τα λόγια είναι τα δικά του λόγια, κι ας μη φαίνεται πουθενά το όνομά του, όπως ξέρει ότι το εισιτήριο τον πήγε σε μια μαγευτική βόλτα στο Τραστέβερε και ο εσπρέσο μπροστά στη Σάντα Μαρία οδήγησε στη γνωριμία με την Άλια, κι η γνωριμία οδήγησε σ’ ένα δωμάτιο με χαλασμένες γρίλιες και βρώμικο καναπέ και ίσως τον πιό γρήγορο οργασμό της ζωής του, και ξέρει πως ο Πέτρος, που έχει να τον δει ή να τον ακούσει πάνω από δέκα χρόνια, ήταν ο μοναδικός και καλύτερος φίλος του καλοκαιριού που σηματοδότησε το τέλος της εφηβείας τους…

Αυτά τα βοηθήματα ιδιωτικών αναμνήσεων είναι, ως φαίνεται, εξαιρετικά σημαντικά. Ο Έκο χτίζει την ιστορία του βιβλίου του καταδεικνύοντας τη σημαντική διαφορά μεταξύ της δημόσιας και της ιδιωτικής μνήμης. Τhe facts of the world – η γνώση που αποκομίζουμε από την εκπαίδευση, τα μέσα ενημέρωσης, τις εγκυκλοπαίδειες – παρέχουν έναν ιστό πληροφοριών οι οποίες είναι από μόνες τους παντελώς άχρηστες. Η διασύνδεση και η αξιοποίηση όλων αυτών των μικρών ψηφίδων δεδομένων (ποιός ήταν πρωθυπουργός τότε, ποιά η κεντρική ιδέα της τάδε θεωρίας, ποιοί οι ήρωες του δείνα έθνους), γίνεται μέσω των καναλιών που χτίζονται από τις προσωπικές μας εμπειρίες, αφού έχουν μετατραπεί σε βιωματικές μνήμες. Αυτή η μετατροπή είναι μια εξαιρετικά προσωπική διαδικασία που συμβαίνει σε μια απειροελάχιστη χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια του «γεγονότος», μπορεί όμως να συνειδητοποιηθεί πολύ αργότερα (παραμένοντας αδρανής στο υποσυνείδητο) ή και ποτέ. Ο ήρωας του βιβλίου του Έκο αφηγείται την προσωπική του «κάθοδο» στο πηγάδι των προσωπικών αναμνήσεων μέσα από μια τραβηγμένη στα άκρα εξερεύνηση βοηθημάτων τα οποία διατήρησε σε αρχειακό σχεδόν περιβάλλον η εκκεντρικότητα του παππού του. Οι περισσότεροι δεν είναι συνήθως τόσο τυχεροί.

Κρίνοντας εξ ιδίων, πιστεύω ότι τα κουτάκια αναμνήσεων του καθενός αποτελούν ένα προσωπικό αυτοβιογραφικό λαβύρινθο, όπου είναι αδύνατο να περπατήσει άλλος από τον «ιδιοκτήτη» τους – συχνά μάλιστα, ούτε καν ο ίδιος ο ιδιοκτήτης τους. Σίγουρα, ελάχιστες αναμνήσεις αφορούν κατά μόνας καταστάσεις, οι περισσότερες εμπλέκουν τουλάχιστον ένα ακόμη πρόσωπο. Η συσσώρευσή τους όμως διαστρεβλώνει τα περιεχόμενα της σελίδας της μνήμης όπου, ως «αγαπημένα», παραπέμπουν. Αυτή η στρέβλωση μπορεί να είναι αποτέλεσμα εξιδανίκευσης λόγω της αναπόφευκτης εξέλιξης της προσωπικότητας του καθενός, άμβλυνσης των πρωταρχικά έντονων συναισθημάτων, ωρίμανσης, αυτολογοκρισίας, απόρριψης κάποιων περιόδων της ζωής μας στη βάση μεταγενέστερων αλλαγών πορείας. Έτσι, είναι πολύ δύσκολο να είναι κανείς αντικειμενικός ως προς τις αναμνήσεις του – στο βαθμό τουλάχιστον που ο Έκο παρουσιάζει, αφού αυτός έχει αφαιρέσει το πρόβλημα της γραμμικότητας της προσωπικής-συναισθηματικής μνήμης με την τέλεια διαγραφή της (κάτι σαν format των περιεχομένων «δεδομένων» στο δίσκο, ενώ οι «εφαρμογές» και το λειτουργικό παραμένουν εκεί).

Το βιβλίο του Έκο μου δημιούργησε ένα (επιπλέον) άγχος: να ψηφιοποιήσω τα περιεχόμενα των δικών μου κουτιών αναμνήσεων τώρα, ώστε να μπορώ να ανατρέξω σ’ αυτά αν ποτέ καταστραφεί η δική μου μνήμη, ή καταστραφούν αυτά. Βλέπετε, ο παππούς μου έχει πεθάνει τριάντα χρόνια τώρα.

Αναδημοσίευση από το καινούργιο μπλογκ Βιβλιογνώμες.

Advertisements

Δημοσιεύθηκε από

nootropia

Better shine than reflect.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s