Φουέντε Οβεχούνα

Image Hosted by ImageShack.us
Θεά η Νάταλι Πόρτμαν, ε; Ανέκαθεν μου άρεσαν οι απόφοιτες του Χάρβαρντ.

Με πήρε τηλέφωνο η αδερφή μου: ίσως θυμάστε ότι δεν μιλάμε συχνά (κι ίσως υποψιάζεστε ότι όποτε μιλάμε, δεν έχει ευχάριστη κατάληξη το τηλεφώνημα –για φέις του φέις ούτε λόγος, εννοείται). Ε, λοιπόν, αυτή τη φορά δεν έσπασε ούτε το τύμπανο του αυτιού μου, ούτε η συσκευή! Η Ρ. ξεκίνησε τη συνδιάλεξη μειλίχια όσο ποτέ –εντάξει, όσο τότε που ήμασταν στο δημοτικό και δεν πέρναγε απ’ το μυαλό μας πως κάποτε θα θέλαμε να βγάλουμε ο ένας τα μάτια του άλλου, και μάλιστα με πηρούνι σαν αυτό που σου φέρνουν όταν έχεις παραγγείλει σαλιγκάρια: τα σαλιγκάρια στην Πορτογαλία τα λένε «καρακόις» και είναι μεγάλα, φρεσκότατα και τελείως αηδιαστικά. Εμένα προσωπικά μου φέρνουν ένα προς ξερατό κάτι. Επειδή όμως κάποιος σκατοδιάβολος στου οποίου τη δικαιοδοσία ανήκω έχει βαλθεί να με τυρρανάει για ποιός ξέρει πόσες αμαρτίες του πατέρα μου, έκατσε κι αρέσουνε τρελλά -μα τρελλά μιλάμε- της Ελ. Και δώστου να με σέρνει σε (γλυκύτατες, είν’αλήθεια) παραδοσιακές ταβέρνες στην Αλφάμα και στο Μπάιρου Άλτου, σε υπόγεια και σε ταράτσες, σε στοές κάθε άλλο παρά εμπορικές, που μύριζαν εξαίσια και μου άνοιγαν την όρεξη, με σιελόρρoια, κομπλέ μιλάμε: μέχρι να’ρθούν τα σαλιγκάρια στο τραπέζι εννοείται. Τότε, ενώ η Ελ. χυμούσε ξέφρενη στα φρεσκομαγειρεμένα αντικείμενα του πόθου της, εγώ πάθαινα στομαχική κράμπα, ακαριαία ανορεξία σουπερνερβόζα, ίλιγγο, άπνοια και άλλα τερατώδη. Γύριζα το κεφάλι μου αλλού, με κίνδυνο να στραβώσει ανεπανόρθωτα ο λαιμός μου και αναζητούσα άλλο σημείο εστίασης, σαν άρρωστος τιραμόλα. Αν ήμουν τυχερός, κάποια συμπαθητική σερβιτόρα ή πελάτισα με ενδιαφέροντα βυζιά ή γάμπες (μια φορά και μύτη) θα κρατούσε το μυαλό μου προσωρινά μακρυά απ’το θέαμα που εξελισσόταν στο τραπέζι μου. Αλλά πόσο να ξεφύγει κανείς, πόσο να αφεθεί να ονειροπολήσει υπό τέτοιες συνθήκες; Ελάχιστα. Φρόντιζε γι αυτή την γκαραντί αποτυχία τόσο το σάουντρακ του να τρώει κανείς δίπλα σου σαλιγκάρια-γίγαντες (το ρούφηγμα, αχ εκείνο το ρούφηγμα), όσο και το γεγονός ότι είχαμε βρεθεί στη Λισσαβώνα την διαολεμένη εποχή που ο τόπος είναι γεμάτος καρακόις. Σας βεβαιώνω ότι οι Πορτογάλοι είναι τρελαμένοι με τα καρακόις. Όλοι οι σιχαμένοι έτρωγαν καρακόις. Κι εγώ, πού όρεξη να απολαύσω εκείνο το απίθανο παραδοσιακό χοιρινό με μύδια (μου το είχε μάθει ο Ραούλ σε μια ταβέρνα, Τα Πέντε Κλειδιά τη λέγανε, το ’91 στην αντίστοιχη πορτογαλέζικη Πλάκα, μάλιστα είχα ως πρόσφατα ένα πήλινο τασάκι που σου χάριζε ο ταβερνιάρης για να μην το κλέψεις εσύ και βρεθείς σε δύσκολη θέση). Χοιρινό με μύδια είναι το παραδοσιακό φαγητό των φτωχών. Δηλαδή, φαντάζομαι κάποτε ήτανε, που τα γουρούνια θεωρούνταν βρώμικα και τα μύδια σιγά μη τα μάζευε κανείς άλλος παρά τίποτα φτωχοδιάβολοι. Θυμήθηκα τη μάνα μου που με είχε μεγαλώσει με μπουργκέτο απ’ τα ψάρια που έφερνε ο παππούς που δεν αξιώθηκε να πλουτίσει κι ας είχε το πρώτο καϊκι στην Αρετσού: ας ζούσε σήμερα να πουλάει τις μουρμούρες του χρυσάφι, τότε ήταν ό,τι φθηνότερο υπήρχε. Έτσι κι οι Πορτογάλοι. Ενώ διαθέτουν εκατό συνταγές για βακαλάο (και προσοχή μη μπερδέψετε το μπακαλάου α μπρας με το μπακαλάου α μπράσσα, αχ, μια εξτρά συλλαβή, εντελώς διαφορετικό πιάτο!), κάθε Μάιο την πέφτουν σαν παλαβοί στα σαλιγκάρια. Παντού, σε όλες τις ταβέρνες, σε όλα τα ρεστοράν, σε όλα τα ξενοδοχεία θα δείτε πινακίδες –άλλες χειρόγραφες σε χαρτόνι, άλλες τυπωμένες σε τσίγκο: Σερβίρουμε Καρακόις. Πού τα βρίσκουν; Ποιός τα εκτρέφει; Γιατί βγαίνουν όταν είμαι κι εγώ εκεί; Μυστήριο. Αλλά θα το λύσω κάποτε, όταν τελειώσω τις νομικές διαδικασίες για τη κληρονομιά με τη Ρ., η οποία, όπως σας είπα ήδη, άλλαξε γραμμή πλεύσης: επιθυμεί «να τελειώνουμε» με τις εκκρεμότητες, ήρεμα, πολιτισμένα, συναινετικά –σα να μην έγινε τίποτα με δυό λόγια! Αν διατηρώ επιφυλάξεις; Εσείς τι λέτε; Αλλά αν έχει κάτσει το ρημάδι και βρεθώ μεθαύριο (που λέει ο λόγος, δεν είναι τόσο απλά τα πράματα) με κείνα τα σκατοεκατομύρια που — βρε όχι μπλογκ, όχι μήτινγκ, όχι ιντερνετ, όχι -βρε, μπάνιο στα σαλιγκάρια θα κάνω! Καρακόις. Φέρτε μου καρακόις. Θα τα ρουφήξω ένα-ένα. Κι ας ξεράσω.

Advertisements

Δημοσιεύθηκε από

nootropia

Better shine than reflect.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s