Τέρμα τα Δίφραγκα (ΙV)

Image Hosted by ImageShack.us
Φωτ. 1: «Καθόμουνα…»

Κυριακή, 19

Καθόμουνα στο πετρόχτιστο χαμηλό πεζούλι, δίπλα στο παμπάλαιο αλώνι που ο Γ. είχε καθαρίσει, διαμορφώσει και αναδείξει σε κεντρικό σημείο της αυλής, χαζεύοντας τη ραχάτικη Χώρα να ξεχύνεται λαμπρή απ’ την κορφή του λόφου ως κάτω, στο τελείωμα της στενής κοιλάδας που ξεκινάει λίγο έξω απ’ το λιμάνι και φιδιάζοντας φτάνει στα ριζά του βράχου που φιλοξενεί το «κάστρο». Προσπαθούσα να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου και να χωνέψω τα γεγονότα της εβδομάδας, αφήνοντας το βλέμμα μου να πλανιέται άσκοπα από στέγη σε παράθυρο σε καμπαναριό σε δέντρο σε κολώνα της ΔΕΗ, στο ξεχασμένο μηχανάκι που ανέβαινε αγκομαχώντας την ανηφόρα προς το τέρμα των λεωφορείων, αχνίζοντας κάτω απ’ το λιοπύρι. Η Χώρα λες και κοιμόταν μια σιέστα αφύσικη, αναγκαστική: ο χώρος στάθμευσης κάτω απ’ το τέρμα ήταν μισοάδειος απ’ τα αυτοκίνητα και τα τζιπ των επισκεπτών, οι διάσπαρτοι Αλβανοί εργάτες (χτίστες και -κατά δήλωσιν τους- «πετράδες») είχαν εξαφανιστεί απ’ τις οικοδομές που έχασκαν ημιτελείς, διάσπαρτες σ’ όλες τις μεριές… Που και που διέκρινα ένα χρωματιστό πουκάμισο ή ένα μαύρο τσεμπέρι να κινείται αργά σε κάποια εκτεθειμένη ανηφοριά. Δυό μεγάλα πουλιά, γεράκια ίσως, έφερναν αργές, κουρασμένες βόλτες πάνω απ’ το σκηνικό, σα να μη πίστευαν ούτε αυτά πως θα εντόπιζαν θήραμα να κινείται με τέτοια ζέστη. Δίπλα μου, το ποτήρι του φραπέ ίδρωνε με μια ζηλευτή συμμετρία, διάστικτο από σταγονίδια που χάζευαν κι αυτά τη θέα, ακίνητα, σαν κερωμένα. Τα παγάκια είχαν λυώσει πια εντελώς.

Image Hosted by ImageShack.us
Φωτ. 2: «του τρίκυκλου, κατακόκκινου ποδηλάτου της…»

Παρά τη φριχτή απανεμιά, δεν αισθανόμουν αποχαυνωμένος. Το μυαλό μου, λες και η υπνωτική ηρεμία του τοπίου διοχέτευε όλη την υπόγεια ενέργεια του νησιού στο κεφάλι μου, εργαζόταν πυρετωδώς. Ένοιωθα να ολοκληρώνονται αναλύσεις δενδρικών συλλογισμών που δεν προλάβαινα καλά-καλά να αποτυπώσω, σαν μια μικρή εκδοχή του Μπιγκ Μπλού που έπαιζε παρτίδες επί παρτίδων σκακιού, δοκιμάζοντας με απίστευτη ταχύτητα ανοίγματα, εκδοχές, ανταπαντήσεις, υποθέσεις, χουάτ-ιφ σενάρια… απορρίποντας, ταξινομώντας, διαγράφοντας και προκρίνοντας. Εικόνες, εικόνες ατελείωτες έτρεχαν στην οθόνη πίσω ακριβώς απ’ τους βολβούς των μισόκλειστων ματιών μου: η Ρ. μικρή, να τρέχει ξοπίσω μου ουρλιάζοντας καθώς εγώ έβαζα όλη μου τη δύναμη στα μικρά πετάλια του τρίκυκλου, κατακόκκινου ποδηλάτου της, φορούσα το ζακάρ αμάνικο πουλόβερ Τσιροζίδη που μας είχε φέρει η νονά της απ’ το Μπον Μπον, γωνία Κομνηνών και Τσιμισκή, το πρεβάζι είναι χαμηλό, μια συγχορδία σφυριών να χτυπάνε στα μπακιρτζήδικα, ντάγκα-ντάγκα-γκαπ, ντάγκα-ντάγκα-γκαπ, και ξανά: ντάγκα-ντάγκα-γκαπ, στο γυράδικο ο Ξενοφών, ψωμάκια με μουστάρδα γλυκιά, η ταράτσα είναι μικρή Νίκο, Νίκο – το παιδί, μια γάτα μας παρακολουθούσε πίσω απ’ τις πικροδάφνες, μια γάτα μαύρη, η ταράτσα είναι μικρή, γρουσουζιά, η γιαγιά καθάριζε φρέσκα φασολάκια όπως του Ρίτσου μα το τσουκάλι της άστραφτε, άστραφτε σου λέω, στο καρεκλάκι, καφέ λαδομπογιά, μια γλάστρα δενδρισάκι, φύγε από κει Νίκο, η Ρ. με στολή, αρσακειάδα, στα πευκάκια πίσω απ’ τη Δεύτερη Πλατεία, στο γκρέμι των Κονταξήδων, ένας άντρας άγνωστος με κατεβασμένα παντελόνια, η Ρ. να γελάει, να γελάει, να γελάει κι εκείνο το κόκκινο ποδηλατάκι να μην έχει φρένα, να μην έχει που να σκάσει, θα του το σπάσω εγώ το ξερό του το κεφάλι, Νίκο, μια αμυδρή ανάμνηση πόνου, μια αμυχή πάνω απ’ τη ρίζα των πρώτων τριχών ως και σήμερα, το σπασμένο κεφάλι και το αίμα στα μάτια, είναι ωραίος ο κόσμος κόκκινος, γρουσούζα, γρουσούζα, το παιδί, μας μάτιαξαν το παιδί. Και ταυτόχρονα, στο εμπρός επίπεδο του άυλου πανιού, με μυρωδιές πιό φρέσκιες στη μνήμη, αρώματα από ακριβά μπουκαλάκια, εδέσματα που αποκάλυπτε ο μαιτρ με μια απότομη όσο και αριστοτεχνική κίνηση αφού είχε απιθώσει το τεράστιο, νουβέλ κιζίν πιάτο μπροστά μου και σήκωνε το απαστράπτον καπάκι απ’ το ειδικό χερούλι του, γαντοφορεμένος, εστιατόριο με θέα τον Πύργο του Αϊφελ, με θέα τον πύργο της Μαρί-Λωράνς στη Γαλλία, εικόνες από αεροδρόμια ευρωπαϊκά κι αμερικάνικα, το κυνήγι μιας Πύλης στο Σικάγο, ένδεκα ώρες για μια καθυστέρηση πέντε λεπτών στο Σίπχολ, γιατί το εισιτήριο είναι κάποιου άλλου, γιατί το εισιτήριο είναι non-refundable, τρέχα να προλάβεις, τον χάνουμε τον πατέρα σου, τρέχα, τρέχα – πού στο διάολο είναι το Σρέβενιγκεν, ένα ταξί που δεν έφτασε ποτέ, διασχίζοντας τις χιονισμένες Άλπεις με πούλμαν, μια ξεχασμένη Αμέρικαν Εξπρές σ’ ένα κωλοχώρι κάπου στην Ανατολική Γερμανία, η Ντιαγκονάλ της Βαρκελώνης, ο Μ25 στο Λονδίνο νύχτα με βροχή, η χαμένη έξοδος στο Μπρούκλιν με τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια να ζαλίζουν, να ζαλίζουν…

Image Hosted by ImageShack.us
Φωτ. 3: «σ’ένα κωλοχώρι κάπου στην Ανατολική Γερμανία…»

Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, όλη αυτή η ανασκαφή στο παρελθόν, απ’ τις πολύ παιδικές εικόνες που έρρεαν κάπως θαμπές, κάπως σα φιμωμένες, μέχρι τις πιό πρόσφατες, τα χαμένα χρόνια της δήθεν μποέμικης ζωής στις πρωτεύουσες του κόσμου, το χαμένο κυνήγι ενός επιθανάτιου ρόγχου και μιας κηδείας, το τσίρκουλο των τριών διαθηκών, των δύο χηρών και των τεσσάρων «ορφανών» που μετέτρεψαν τα πολύ καθωσπρέπει δικηγορικά γραφεία Νανέλλη – Συρίγου – Παπαδόπουλου σε μικρογραφία του Κολοσσαίου την εποχή των ύστερων διωγμών των χριστιανών, από Διοκλητιανό και Γαλέριο, οπόταν και οι μάρτυρες ήταν πολυπληθέστεροι και τ’ άγρια θηρία πιότερο πεινασμένα, εξαιτίας της κακής οικονομικής συγκυρίας και του πληθωρισμού — όλη η ανασκαφή λοιπόν, που σημειωτέον γινόταν ακούσια, υποβοηθούσε τα ανώτερα στρώματα του μυαλού μου να εστιάσουν καθαρότερα στις καίριες οικονομικές λεπτομέρειες και στις σημαντικές πιθανότητες των μελλοντικών εξελίξεων. Αυτών ακριβώς που μ’ ενδιέφεραν (και μ’ ενδιαφέρουν) περισσότερο απ΄όλα. Κι αν δεν ήταν η φωνή του Γ. να με επαναφέρει, ακόμα θα ανέλυα, μιας και συμπέρασμα τελεσίδικο δεν ήταν εύκολο να βγει.

Image Hosted by ImageShack.us
Φωτ. 4: «Καλά, είσαι μεγάλος μαλάκας, μ’ ακούς;» τον άκουσα να επαναλαμβάνει…

«Καλά, είσαι μεγάλος μαλάκας, μ’ ακούς;» τον άκουσα να επαναλαμβάνει. Έκανα ένα ταχύτατο rewind στις κινήσεις μου του πρωινού: είχα αφήσει τη βρύση να τρέχει κι άδειασε η δεξαμενή; το νερό είναι πολύτιμο αγαθό σε κάθε κυκλαδονήσι, ειδικά αν δεν είσαι συνδεδεμένος στο κοινοτικό δίκτυο. Μπα, δεν είχα ακουμπήσει ξυράφι. Δεν είχα πλυθεί καν. Αν δε δούλευε σωστά το καζανάκι του, δεν έφταιγα εγώ. Δεν ήταν αυτό. Η τοστιέρα; Μπα. Μήπως η σκαζμένη μου είχε ξεχαστεί κάτω απ’ το ντους και δεν έλεγε να βγει; Απίθανο, αυτή κοιμόταν του καλού καιρού και, όσο ήξερα, δεν σηκωνόταν πριν ο ήλιος πάρει την κατιούσα. Τι σκατά; Γύρισα και τον αντίκρυσα, μισοβγαλμένο απ’ τη σίτα του καθιστικού, γυμνό απ’ τη μέση και πάνω, με την ίδια φθαρμένη βερμούδα του απ’ το 1905, με άσπρες τρίχες στο στήθος και άσπρα γένεια δυό ημερών στο πρόσωπο. Γεράσαμε γαμώτη μου, σκέφτηκα. «Τι λες ρε σκαταδερφή,» τον έκραξα κατά τον προσφιλή μας τρόπο. «Τι μαλακίες τσαμπουνάς πρωινιάτικα;» Ο Γ. δεν κουνήθηκε, με την αντηλιά στα μάτια έσκυψε ελαφρά μπροστά, σα γκομενίτσα έφηβη που πάει να σου πει ένα μυστικό και θέλει κάπως να το προστατέψει με το σώμα της, με κάρφωσε με το βλέμμα του και ψιθύρισε «είσαι μεγάλος μαλάκας, αυτό είσαι.»

Είμαι μεγάλος μαλάκας λοιπόν. Η εβδομάδα των παθών μου δεν είχε τελειωμό, ως φαίνεται.

Υπεύθυνη Δήλωση: Όλο το παραπάνω κείμενο γράφτηκε ακούγοντας μουσικές που πρότεινε και διέθεσε μέσω του μπλογκ του ο άξιος DJ της μπλογκόσφαιρας vague tourist. Αν δεν προλάβατε (να τις κατεβάσετε), απλά χάσατε. Να έχετε το νου σας στο εξής.

Advertisements

Δημοσιεύθηκε από

nootropia

Better shine than reflect.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s