…μες στων blog το πονηρό το μονοπάτι… (*)

Image Hosted by ImageShack.us

Ο καφές είχε μια αποτρόπαια, φρικώδη γεύση. Με μορφασμό που προσέδωσε μια χροιά Scream II στο υπό φυσιολογικές συνθήκες μπεμπεδίστικο πρόσωπό της, η Κλ. στραβοκύτταξε την κούπα, περιμένοντας να δει τουλάχιστον κουτσουλιά περιστεριού να επιπλέει. Η επιφάνεια ήταν εκνευριστικά καθαρή, ο χρωματισμός όσο έπρεπε σκούρος, μια σειρά μεσαίου μεγέθους φουσκάλες -αέρας αιχμαλωτισμένος απ’ την πίεση της κανάτας- στριμωχνόντουσαν στο άκρο της περιφέρειας, προς τη μεριά του χερουλιού. Έσκυψε λίγο κοντύτερα, προσπαθώντας να διακρίνει αιωρούμενα σωματίδια, χρειαζόταν απτές αποδείξεις. Περιέργως πώς, το κύπελο ανέδιδε μυρωδιά δυνατού, έντονου, μαύρου καφέ φίλτρου: έτσι όπως τον είχε παραγγείλει δηλαδή. Απογοητεύτηκε, σα να έχανε μια μοναδική ευκαιρία να τα κάνει όλα λίμπα εκεί μέσα και να έχει δίκιο. Με μια κοφτή, ήρεμη κίνηση έσπρωξε το πιατάκι και το φυλτζάνι προς το κέντρο του τραπεζιού και πήρε ένα μικρό, ιταλικό μπισκότο απ’ το ασημένιο μπωλάκι για ν’αλλάξει γεύση. «Ιδέα μου θα’ταν» σκέφτηκε μασουλώντας με αδιόρατες κινήσεις των σιαγόνων της, αμέσως μετά όμως έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να θυμηθεί τι διάολο είχε βάλει στο στόμα της πριν καθήσει στο ρουφ γκάρντεν του Μεγάλη Βρετανία και της δημιούργησε αυτή την άθλια αίσθηση. Η μνήμη της έκανε rewind κι άρχισε να παίζει σε γρήγορη κίνηση: η παράσταση, ο Άγγελος στο καμαρίνι της, μια κούτα σοκολατάκια Ghirardelli Squares, με τη θεσπέσια κρεμώδη γέμιση (ποτέ της δεν είχε καταφέρει να μάθει πού και πώς τα προμηθευόταν αλλά κάθε κούτα που της χάριζε τελείωνε το ίδιο βράδυ πριν απ’ αυτήν), ελαφρύ δείπνο στο Boschetto, ένα μαρτίνι μπιάνκο για άφτερ (το έβρισκε τόσο χωνευτικό), αγγίγματα όλο υποσχέσεις στο αυτοκίνητο, μετά τρέχοντας σχεδόν στο Σύνταγμα, στα σκαλιά, στον ανεκλυστήρα μέχρι τη σουίτα του Άγγελου (που έβγαζε τη μάσκα της σοβαροφάνειας μόλις το παιδί του ασανσέρ τους έχανε απ’ τα μάτια του, ξεσπώντας σε υποχθόνια γελάκια μαζί με ξεφυσήματα, σα σεληνιασμένος), τα δόντια του στον ώμο της, το σουτιέν της στο πολύφωτο, μια πνιχτή κραυγή του από μέσα της, διπλωμένα πόδια στη πλάτη του, ιδρώτας, ορθάνοιχτα μάτια να μη βλέπουν τίποτα, τίποτα, ένας σπασμός και το σώμα του βαρύ, τόσο βαρύ. Ίσιωσε την πλάτη της, οι σκέψεις την είχαν λυγίσει λες κι ερχόταν εκείνος πάλι μέσα της. Διακριτικά, επιθεώρησε τον χώρο μήπως κάποιο μάτι γνωστού την παρακολουθούσε. Μια συντροφιά Ιαπώνων ήταν απορροφημένη σε κάποια σίγουρα βαρετή συζήτηση, τρία τραπέζια δεξιά. Δύο κοπέλες του προσωπικού στεκόταν προσοχή εκατέρωθεν του κεντρικού μπαρ, αναμένοντας το νεύμα κάποιου πελάτη. Ένας νεαρός σγουρομάλλης σερβιτόρος, πίσω απ’ τη τζαμαρία, απομάκρυνε το βλέμμα του από πάνω της μόλις στράφηκε προς το μέρος του. Μια αίσθηση βουβής ικανοποίησης τη διαπέρασε, ταυτόχρονα με τη διαπίστωση πως το πεδίο ήταν ασφαλές. Ο νους της επέστρεψε στον Άγγελο, το πεσμένο μα ογκώδες όργανό του σα ζωντανό μπροστά της. Ποτέ της δεν θα τον χόρταινε, κι ήταν τόσο βιαστικός, πάντα τόσο βιαστικός. Νωρίτερα, το βράδυ, μετά την έκρηξή του μέσα της, τον είχε χαζέψει όσο άντεχε: μετά, στα τέσσερα, σα γάτα που πίνει το γάλα της μετά από μια εξαιρετικά μεγάλη μερίδα φαγητού, τον είχε γλύψει απαλά, χωρίς λαιμαργία, προσπαθώντας να συγχρονίσει τη γλώσσα της με το χέρι της, που αργοχάιδευε τη μουσκεμένη σχισμή της. Το κεφάλι του ήταν ριγμένο κάπως αφύσικα στο πλάι, κοιμόταν, δεν ροχάλιζε (ποτέ του) αλλά μια αδιόρατη σχεδόν ρανίδα σάλιου είχε προβάλλει ανάμεσα στα χείλια του. Όταν τα χείλια της ρούφηξαν τα ζαρωμένα, αδειανά του αρχίδια, τον ένοιωσε να κουνιέται ασυναίσθητα, ανακλαστικά. Σταγόνες σπέρμα είχαν τρέξει στο εσωτερικό του μπουτιού του, κατηφόριζαν προς το σεντόνι τώρα που είχε γύρει ανάσκελα. Αφιονισμένη, με το χέρι να πηγαινοέρχεται με περίσσια ορμή, βούτηξε το κεφάλι της βαθειά ανάμεσα στα πόδια του, η γλώσσα της συνάντησε τον άτριχο πρωκτό του τη στιγμή που μια γλύκα απύθμενη την κυρίευε. Καθώς βυθιζόταν αύτανδρη στο υγρό της πάθος, τον άκουσε αχνά να μουγκρίζει υπόκωφα, ενώ η γλώσσα της έσβησε τρεμοπαίζοντας πάνω στη κωλοτρυπίδα του… Γαμώ το κέρατό μου, γαμώ. Μόλις που κρατήθηκε να μη σηκωθεί να κλωτσήσει το τραπέζι: ο τριμάλακας είχε κλάσει φαίνεται όσο έχυνε, απ’ το σφίξιμο. Και τι είναι μια κλανιά που έχει μάζα; Σκατά είναι, να τι είναι.

(*) Ο τίτλος αυτού του ποστ είναι παρμένος από ένα σχόλιο του VJay σε ποστ του NewManifesto. Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου.

Τώρα που το σκέφτομαι, αντί να γράψω το παραπάνω ποστ, θα μπορούσα να (ανα)δημοσιεύσω ένα απόσπασμα από το απόσπασμα ενός παλιού άρθρου της Μ. Κάραλη:

«Ο Μικροαστός δεν θέλει μπλεξίματα. Γι’ αυτό δεν μπορεί να είναι ποτέ επαναστάτης, άρα παλικάρι. Δεν είναι αντιπαθής σαν υπέρμετρος, είναι σιχαμένος σαν πλαγιοδρόμος. Νομίζει πως είναι διπλωμάτης και πως λύνει γόρδιους δεσμούς, στην ουσία όμως ξεμπερδεύει μόνο τον εαυτό του και τρελαίνει όλο τον κόσμο γύρω του. Κανείς δεν είναι πιο επικίνδυνος από αυτά τα ήσυχα, μειλίχια ανθρωπάκια, τους μικροαστούς.»


Κι αυτό από τον VJay.

Advertisements

Δημοσιεύθηκε από

nootropia

Better shine than reflect.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s