Heartbreak Hotel

Image Hosted by ImageShack.us

O V. δεν είχε, ως φαίνεται, αντιληφθεί τα πάθη μου των τελευταίων ημερών και μου΄στειλε αναγνωριστικό εσεμές μπας και συναντιόμασταν: «Πού είθτε;» Στον κοντινό βορρά, του απάντησα, είμαι μια junky nurse. Δεν υπήρχε περίπτωση να μπερδευτεί, η πραγματική junky nurse είναι γνωστή του. Σχεδόν απογειώθηκα σκεπτόμενος τους δυό μας να τρέχουμε σε κάποιο πάρτι στου Γκύζη με στολές νοσοκόμας, κομπλέ με λευκό βαμβακερό καλσόν ειδικό για την ορθοστασία και τρυπητά κλογκς αλλά κυρίως μ’ εκείνο το ανεπανάληπτο λευκό καπελίνο σχεδόν ολλανδικού τύπου, με κόκκινο σταυρό κατακούτελα και ίσως μια λεπτή κόκκινη ρίγα να το διατρέχει ως τ’ αυτάκια… ή μήπως τα φτεράκια; Χαζομάρες, σκέφτηκα, μα η αίσθηση λιποθυμίας επανήλθε αμέσως γιατί θυμήθηκα την εικόνα της αδερφής μου, στην έκτη γυμνασίου ακόμα, να ξυρίζει τις γάμπες της μ’ ένα δικό μου ξυράφι και κείνη τη παγωμένη ζήλεια και το ακαθόριστο ανακάτεμα μέσα μου που ενώ την είχα πιάσει στα πράσα, δε μ’ άφησε να της ορμήξω και να την προγκήξω όπως θα ήταν φυσικό, μα καθόμουν και την κύτταζα σα χαζός, μέχρι που με πήρε χαμπάρι και τελικά μου την έπεσε αυτή, βρίζοντάς με χυδαία ώστε να φύγω τρέχοντας απ’ το μπάνιο, απ’ το σπίτι, απ’ την αυλή και να βρω καταφύγιο στο στέγαστρο του Νίκου, δυο τετράγωνα παρακάτω. Ήτανε ηδονοβλεπτικό εκείνο το κύτταγμα; Μου είχε σηκωθεί; Ζήλευα τρελλά που εγώ δεν ξύριζα τις γάμπες μου; Και γιατί δεν είχα θυμώσει που μου χάλαγε τα ξυραφάκια, γιατί δεν την είχα άμεσα διαολοστείλει όπως είχα υποσχεθεί φωναχτά πως θα έκανα μόλις ανακάλυπτα ποιός ανώμαλος ανακατευόταν με τα ξυριστικά μου και μου γέμιζε τη μούρη σπυριά; Οι αναμνήσεις μου από κείνο το πρωί ήταν θεσπέσια ομιχλώδεις, ανακατεμένες όσο έπρεπε με εικόνες απ’την υποψία μουνιού της υπό ανάκριση Σάρον Στόουν καθώς σταύρωνε τα πόδια της και κείνα τα ζαλιστικά, ασπροκόκκινα πλακάκια του μπάνιου μας στο πατρικό μου. Κι όλα αυτά με φόντο το άσπρο, μεταλικό φαρμακείο στον τοίχο του μπάνιου, μ’ έναν κατακόκκινο σταυρό φάτσα-κάρτα στο πορτάκι. Φαινόταν το μουνί της Ρ. όσο τη χάζευα; Φορούσε άσπρο μπουρνούζι ή ήταν απλώς τυλιγμένη με μια άσπρη πετσέτα, από κείνες τις τεράστιες της μαμάς; Είχε κοντά μαλλιά ή μακρυά; Έβαφε τα νύχια των ποδιών της κλέβοντας λίγη όζα απ’ της μαμάς ή είχε κρυμμένη δική της; Δεν θυμόμουν και δεν ήθελα να θυμάμαι: αυτή η αβεβαιότητα μου επέτρεπε να είμαι και σκληρός και όσο έπρεπε κακός απέναντί της. Στο κάτω-κάτω, αυτή είχε αποδειχθεί άδικη και μοχθηρή και εκδικητική και όλα τα επίθετα που μπορεί να σκεφτεί κανείς για ένα πιστοποιημένο αντιπρόσωπο του Διαβόλου στη γη. Σκοπός της ήταν να με καταστρέψει, όχι μονάχα εμένα αλλά και τη μητέρα μας, και τον μικρό και όλο μας το σόι – να πάρει όλα τα λεφτά, να μη μας αφήσει μία τσακιστή και να μας παρακολουθεί γελώντας με ηδονή όσο θα πεθαίναμε ταπεινωμένοι και ολομόναχοι.

«Μπορείτε να περάσετε έξω παρακαλώ, πρέπει να πάρουμε αίμα,» με ξύπνησε μια φωνή. Επανήλθα στην πραγματικότητα, η φωνή ανήκε στη μελαχρινή φηλόλιγνη νοσοκόμα, μια απ’ τις λιγότερο αντιπαθητικές. Οι εξετάσεις συνεχίζονταν. Ένευσα καταφατικά με το κεφάλι, άρπαξα το κινητό απ’ το κρεβάτι και βγήκα απ’ το θάλαμο, ρίχνοντας μια ματιά στη μητέρα μου. Εξακολουθούσε να είναι σ’ εκείνη την κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνου, η νάρκωση απ’ τις αλλεπάλληλες επεμβάσεις δεν είχε φύγει ακόμα ολοκληρωτικά, λίγο σάλιο είχε τρέξει απ’ τα μισάνοιχτα χείλια της, ο ορός έσταζε κανονικά, τακ-τακ-τακ, το μπράτσο της ήταν μπλαβιασμένο απ’ τις σύριγγες, μια τιράντα απ’ το κατσιασμένο πλέον νυχτικό είχε πέσει στο πλάι. Έκλεισα όσο πιο αθόρυβα γινόταν την πόρτα πίσω μου. Ο διάδρομος μύριζε φάρμακα, ούρα και ιδρώτα. Κακάσχημοι μεταλικοί φοριαμοί σκίαζαν τα πάντα, επιβαρύνοντας το εφέ της σκούρας πράσινης λαδομπογιάς που κάλυπτε τους τοίχους. Μερικών οι πόρτες έχασκαν, αποκαλύπτοντας κακοστοιβαγμένες προμήθειες σε αποστειρωμένες γάζες, πλαστικά ουροδοχεία και σωληνάκια κάθε είδους. Από έναν θάλαμο στο βάθος δεξιά ερχόταν η φωνή του εκφωνητή των ειδήσεων, μια φωνή τσιριχτή και ύπουλη. Έπιασα τη λέξη «λαίλαπα» τρεις φορές σε δέκα δευτερόλεπτα. Ασυναίσθητα, έκανα κίνηση να πιάσω τσιγάρο και το χέρι μου πάγωσε σε μια αφύσικη στάση στη τσέπη του πουκαμίσου όταν μια άλλη νοσοκόμα εμφανίστηκε μπροστά μου απ’ το πουθενά. Ήταν η κοντή ξανθιά που εκτελούσε χρέη προϊσταμένης, μου κάρφωσε ένα άδειο αλλά πλήρως αντιπαθητικό βλέμμα και πέρασε από μπροστά μου εντελώς αδιάφορα, σα να μην ήμουν παρά μια σκιά της μπογιάς στον τοίχο. Κρατούσε ένα ψαλίδι. Ήταν η μόνη που φορούσε τακούνια, πολύ κοντά είν’ αλήθεια, αλλά τακούνια. Για να ξεχωρίζει; Σημάδι μικρής εξουσίας; Χέστε με, σκέφτηκα, άχρηστες, όλες άχρηστες. Κίνησα προς τη σκάλα, ήθελα να βγω έξω αμέσως να καπνίσω. Τα μάτια μου θόλωσαν, το πουκάμισο μου είχε ήδη γίνει μούσκεμα απ’ τον ιδρώτα. Μηχανικά, άρχισα να κατεβαίνω τα βρώμικα σκαλιά. Δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να ξαναπέσω στην απόκοσμη γιατρίνα με τα πράσινα του χειρουργείου: το νοσοκομείο δεν εφημέρευε απόψε.

Almost Gothic

Image Hosted by ImageShack.us

Το άνοιγμα του κρουνού: Όταν η Κατερίνα μου πρωτομίλησε για την ευκολία στησίματος ενός μπλογκ μέσα από δωρεάν παρεχόμενο λογισμικό, δεν συνειδητοποίησα ότι αυτή η ευκολία δεν θα σταματούσε να παρέχεται και σε άλλους, μετά την απόφασή μου να αξιοποιήσω την προσφορά. Για ένα διάστημα ένοιωθα και ήμουν «ο τελευταίος μπλόγκερ» (με την έννοια του νεοσύλλεκτου, του πρωτάρη, του άσχετου, αυτού στο κατώτατο σκαλί κάποιας αόρατης ιεραρχίας). Έπρεπε να χαρτογραφήσω τη «μπλογκόσφαιρα» και τους παλιούς που την αποτελούσαν, να αντιληφθώ και καταγράψω πρωτογενώς τα όρια της και τα όρια μου, ν’ αποφασίσω για λεπτομέρειες εικαστικής (επιλογή πλατφόρμας, template, γραμματοσειρών, χρωματικών συνδυασμών κλπ) και ουσιαστικής φύσεως (επιλογή personae, τίτλων, βαθμού επωνυμίας, επιπέδου διαδραστικότητας μέσω σχολίων κλπ). Τέλος, έπρεπε να βγω στο μπλογκονυφοπάζαρο, δηλαδή να «ποστάρω» – να γράφω και να δημοσιοποιώ τα γραπτά μου. Μετά το κρέμασμα του πρώτου ποστ, ήμουν πλέον «μέσα», είχα αυτομάτως γίνει άλλη μια ψηφίδα στο μεγάλο παγκόσμιο μωσαϊκό των μπλόγκς.

Σίγουρα, υπάρχουν πολλών λογιών μπλογκς. Αν καθήσει κανείς να σκεφτεί τι είναι αυτό που τα διαφοροποιεί και πιθανώς τα εντάσσει σε κάποιες μεγάλες, χοντρικές κατηγορίες, δεν μπορεί παρά να καταλήξει πως κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει μόνο σε σχέση με τις επιθυμίες, τους στόχους και το χαρακτήρα των «ιδιοκτητών» τους.

Σημειώνω εδώ, παρενθετικά, ότι τυχαίνει να κουβαλάω μια πολύχρονη σχέση με τις «δυνατότητες αμφίδρομης διαδραστικότητας» που προσφέρει το Διαδίκτυο ως πλατφόρμα επικοινωνίας. Έχω γνωρίσει τα chat rooms (IRC) και τα θεματικά fora όταν ποικιλία και επιλογές υπήρχαν ακόμα μόνο σε αμερικάνικα domains. Έχω συμμετάσχει ως μέλος σε online κοινότητες, έχω εξοστρακισθεί (banned) από κάποιες, αναχθεί σε συντονιστή (moderator) σε κάποιες άλλες, γνωρίσει κόσμο μέσα από διαδικτυακά παίγνια, ανταλλάξει και αγοραπωλήσει είδη με ανθρώπους απ’όλο τον κόσμο μέσα από εξειδικευμένες δικτυακές πύλες (portals) που είχαν τέτοιο σκοπό – γενικώς έχω «τριφτεί» αρκετά χρόνια με διάφορες πτυχές του Διαδικτύου. Γιατί το αναφέρω; Διότι η εμπειρία που αποκομίζει κανείς μέσα από τέτοιες πρακτικές είναι σημαντική. Και στο ασαφές επίπεδο «παραστάσεων» και αναφορών αλλά και στο πολύ πιο συγκεκριμένο επίπεδο κωδίκων συμπεριφοράς, συχνά δε και «δεοντολογίας». Μιας και ελάχιστοι, ελαχιστότατοι Έλληνες έτυχε να συμπεριλαμβάνονται στους ολίγους που ανακάλυψαν τον «τροχό» τέτοιων δικτυακών μορφωμάτων, συνηθέστατα αρχίζουμε (ή, έστω, αρχίζαμε) παρακολουθώντας και μαθαίνοντας από τους ξένους, κυρίως δε τους αμερικάνους. Το περίφημο netiquette ήρθε σαν απόρροια αναγκών κανονικοποίησης και οριοθέτησης «τρόπων» και συμπεριφορών εντός μιας πρωτογενώς ασαφέστατης, αδόμητης και μάλλον χαώδους περιοχής, ούτως ώστε να υπάρχει μια ελάχιστη κοινά αποδεκτή συμφωνία στην ιδιότυπη «γλώσσα» που χρησιμοποιείται. Ακόμη κι αν συμφωνήσουμε όλοι ότι αυτό και μόνο το γεγονός (το netiquette, ειδικά όπως επεκτάθηκε πέρα απ’ το Usenet) αναιρεί την υπόσχεση απόλυτης ελευθερίας και επαναστατικότητας του Νέου Μέσου, έχει αναχθεί σε αναγκαία συνθήκη συμμετοχής (με πιθανή περιστασιακή εξαίρεση κάποιες καλλιτεχνικής φύσεως βραχυχρόνιες παρεμβάσεις), άλλως επέρχεται (sooner or later) ο εξοστρακισμός. Η προϊστορία λοιπόν κατατίθεται ως άτυπη «παιδεία» (από το παίδεμα κυριολεκτικά) του γράφοντος. Σε καμιά περίπτωση -ειδικά σε τούτο το μέσο όπου οι τεχνολογικές εξελίξεις, κυρίως στα λογισμικά, αλλάζουν το τοπίο σε χρόνο μηδέν- αυτό δεν παρατίθεται ως απόδειξη «αυθεντίας» αλλά μάλλον σαν αιτία για μια χαρακτηριστική «συγκρατημένη απαισιοδοξία»: έχουν δει τόσα τα μάτια μου, έχουν γελάσει με τόσα τ’αυτιά μου, που η κάθε έκρηξη χαράς των νεοεισερχομένων, κυρίως πιτσιρικάδων, μπροστά στις δυνατότητες που φρεσκο- ανακαλύπτουν, απλά με κάνει να κουνάω το κεφάλι μου σκεπτικός. «Άλλος ένας που σύντομα θα φάει χώμα και, επιτέλους, θα συμμαζευτεί,» λέω από μέσα μου, προσθέτοντας μια γραμμούλα ακόμα στον τοίχο με τα rites of passage θύματα…

Αν (for the sake of argument, που λέγαμε και στα κολλέγια της αλλοδαπής) αντιστοιχίσουμε το κόστος της δυνατότητας μιας βόλτας στο μπλογκονυφοπάζαρο (εξοπλισμός δηλ. hardware, συνδρομή σε provider, τηλεφωνικά κόστη) με το κόστος της δυνατότητας μιας μπαρότσαρκας (ντύσιμο, μεταφορικά, ποτά) — σόρρυ, φεύγω για μπύρες, παραλίες και τσιμπήματα από σφήκες και τσούχτρες. Βρείτε τα μόνοι σας.

Μουσικές που έπαιζαν:
Almost Gothic
(Steely Dan)
A Question of Time (Depeche Mode)
Ready to Go (Republica)
Thank U (Alanis Morisette)

Ζητείται Blade Runner…


Την πιο «ανθρώπινη» γυναίκα-ρομπότ παρουσίασαν επιστήμονες στην Ιαπωνία

Τόκιο, 27/07/05 14:59 [Πηγή: in.gr]

Ιάπωνες επιστήμονες τέλεσαν τα… αποκαλυπτήρια του πρώτου ανδροειδούς που προσεγγίζει σε τόσο μεγάλο βαθμό την ανθρώπινη μορφή. Το ρομπότ είναι «γένους» θηλυκού· έχει ελαστική σιλικόνη και όχι σκληρό πλαστικό για δέρμα, κουνά τα βλέφαρα, ενώ δίνει ακόμη και την εντύπωση ότι αναπνέει…

Μεγάλος αριθμός αισθητήρων και μοτέρ δίνουν τη δυνατότητα στο ανδροειδές που ονομάζεται Repliee Q1 να στρέφει το κεφάλι, να κουνά τα χέρια και να αντιδρά με τρόπο σχεδόν ανθρώπινο. Ο καθηγητής Χιρόσι Ισιγκούρι του Πανεπιστημίου της Οσάκα αναφέρει ότι θα έλθει η ημέρα που τα ρομπότ θα μας ξεγελούν, κάνοντάς μας να πιστεύουμε πως είναι άνθρωποι. Το BBC επισημαίνει ότι η Repliee Q1 δεν μοιάζει με κανένα άλλο ρομπότ, εξαιρουμένων όσων έχουν παρουσιαστεί στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας.

Σχεδιάστηκε να μοιάζει με άνθρωπο και μολονότι προς το παρόν έχει τη δυνατότητα μόνο να κάθεται, διαθέτει τον κατάλληλο μηχανισμό για να της επιτραπεί ακόμη και να κινείται σαν άνθρωπος. Πριν από την Repliee Q1 ο καθηγητής Χιρόσι Ισιγκούρι είχε κατασκευάσει τη Repliee R1, ένα ανδροειδές που είχε την εμφάνιση εντός πεντάχρονου κοριτσιού από την Ιαπωνία.

Και εις ανώτερα… O Δύστρο είναι δυσάρεστα απασχολημένος κι η Άντρεα πνίγεται. Μη νομίζετε όλοι ότι την κοπανήσαμε για διακοπές! Δουλεύουμε!

Η Μοίρα των Ειδώλων είναι να Καίγονται

Image Hosted by ImageShack.us

Και ξαφνικά, χτυπάει ένα τηλέφωνο – μια άγνωστη φωνή, απ’ αυτές τις σοβαρές, κάπως αποστασιοποιημένες φωνές, αυτές που στο παρελθόν ίσως έχεις συνδυάσει με μια τράπεζα, όταν το υπόλοιπο δεν επαρκεί να καλύψει τις αυτόματες πληρωμές, όταν η επιταγή δεν έχει αντίκρυσμα, όταν το στεγαστικό καθυστερεί τρίτο μήνα στη σειρά ή (φαντάζομαι) όταν ο μικρός μπλέκει στα επεισόδια μετά το ματς, όταν δεν προλαβαίνει να την κάνει στο μπλόκο, ή έχει ξεχάσει την ταυτότητα και στο μπαρ γίνεται τσαμπουκάς — τώρα μαθαίνεις πώς είναι όταν σε παίρνουν από νοσοκομείο, το κύμα ξεκινάει από τ’ακροδάχτυλα των ποδιών, ανεβαίνει σχεδόν γλυκά στα γόνατα και το δευτερόλεπτο που τα νοιώθεις να κόβονται συνειδητοποιώντας για ποιό πράγμα σου μιλάνε, έχει ήδη φτάσει στο κεφάλι σου, ο λαιμός πνίγεται σα να τον σφίγγουν, οι τρίχες είναι εκεί αλλά τις καταλαβαίνεις άσπρες και όρθιες και ξαφνικά κάτι σπάει κρακ και είσαι αλλοιώς, το πριν είναι άλλο κι αλλού και ξαφνικά απ’ το τηλέφωνο σχεδόν μυρίζει αντισηπτικό και οροί και ιώδιο και απλά θα’θελες να’σαι εκεί αλλά κι ο «μπιμ-μι-απ-Σκότι» μας άφησε χρόνους μόλις προχθές.

Fool Moon

Image Hosted by ImageShack.us
Δοξασία ή γεγονός; Η Πανσέληνος προκαλεί Αϋπνίες

Σήμερα η «μεγαλύτερη Πανσέληνος» του έτους, μας πληροφορούν οι εφημερίδες. Ήδη, άρχισαν οι προετοιμασίες και οι οδηγίες για την απόλαυσή της από macmanus, με τα συνοδευτικά compilations. Κάποιοι άλλοι σχολιάζουν ορισμένες ευχάριστες δικτυακές υλοποιήσεις αναφορικά με τη Σελήνη, ειδικά καθώς η σημερινή Πανσέληνος (σχεδόν) συμπίπτει με την επέτειο της πρώτης προσελήνωσης (20 Ιουλίου 1969) και των πρώτων ανθρώπινων βημάτων στην επιφάνεια αυτού του μεγάλου κομματιού τυριού που κόβει βόλτες στον ουρανό μας, προκαλεί σεληνιασμούς, παλίρροιες και μελαγχολίες…

Χάριν της εξαιρετικής αυτής Πανσελήνου, κάθησα και κατέγραψα όσα τραγουδάκια μιλάνε για το φεγγάρι (στον τίτλο τους), απ’ αυτά που περιέχονται στο iPod – τελικά είναι περισσότερα απ’όσα πίστευα! Tα αγαπημένα μου φαίνονται: μπορείτε (οι πρώτοι τυχεροί) να τα κατεβάσετε σαν ΜΡ3.

To The Moon And Back (Savage Garden) – Goodnight Moon (Shivaree) – Moon Dog (Prefab Sprout) – The Killing Moon (Echo & The Bunnymen) – Blue Moon Revisited [Song For Elvis] (Cowboy Junkies) – Waxing Moon (Jah Wobble) – Under The Moon Of Love (Showaddywaddy) – Fly me to the moon (Lavern Baker) – Can’t Fight The Moonlight (Leann Rimes) – Luna Negra (Victoria Abril) – Moon River (Henry Mancini) – Moonlight (Remix by Hard Kandy) – Χάρτινο Το Φεγγαράκι (Remix by Konstantinos B) – Where’s Your Moon (Aromabar) – Lunar Landings (Kalliope) – Malimba Moon (Shastro) – The Moon (Patricia Barber) – Moon Glow (The Mills Brothers) – Moonlight (Sting) – Moonraker (Shirley Bassey) – Luz De Luna (Chavela Vargas) – Moon Dance (Iasis) – Moonlight Serenade (Glenn Miller) – Χάρτινο Το Φεγγαράκι (Έλλη Πασπαλά, David Lynch & Σταύρος Λάντσιας) – La Luna En Tu Mirada (Ry Cooder & Manuel Galban) – Fullmoonbeachwalk (Ottmar Liebert & Luna Negra) – Over The Moon (Nigel Clark Quintet) – Luna y Sol (Manu Chao) – Moonchild (Iron Maiden) – Silver Moon (Kitaro) – Temple Of Moonlight (Glen Velez) – Shepherd Moons (Enya) – Moon Over Trees, Bajo La Luna Mix, Dancing Under The Moon (Ottmar Liebert) – Φεγγάρι (Νατάσα Θεοδωρίδου) – Ίσως Φταίνε τα Φεγγάρια, Έχεις Mάτια το Φεγγάρι (Αντώνης Καλογιάννης) – Θα πιώ απόψε το Φεγγάρι (Γιάννης Πουλόπουλος) – Το Φεγγάρι είναι Κόκκινο (Μάνος Χατζηδάκις) – Άμα δείτε το Φεγγάρι (Μαρινέλλα) – Παραλλαγές Με Θέμα Το Φεγγάρι (Μίμης Πλέσσας) – Το Φεγγάρι Πανωθέ Μου (Ελευθερία Αρβανιτάκη & Μαρινέλλα) – Φεγγάρι Ερωτευμένο (Μάριος Φραγκούλης)

Kαι: Frou-Frou Foxes In Midsummer Fires (Cocteau Twins) — γιατί τις φωτιές στις αμμουδιές της Σιθωνίας τις ανάβαμε για τη φεγγαράδα…

Στην Ελευσίνα Μια Βραδυά…

Image Hosted by ImageShack.us

Ας είναι η σημερινή βραδυά. Κάθε πότε κατεβαίνετε στην Ελευσίνα άλλωστε; Αντί να χαζολογήσετε σε κάποιο ‘δήθεν’ τρέντι μπαράκι ή να προσθέσετε ένα-δυό πόντους στην ούτως ή άλλως ενισχυμένη περιφέρειά σας καθισμένοι στην ταβερνούλα ή το ουζερί, φροντίστε να βρίσκεστε πριν τις 8:30μμ απόψε στο Πολιτιστικό Κέντρο «Λεωνίδας Κανελλόπουλος» – πολύ κοντά στην παραλία Ελευσίνας, δίπλα στο κτίριο του ΙΚΑ, πίσω απ’ το Τέρμα των αστικών λεωφορείων.

Χρειάζεστε περίπου μια ώρα για να περιηγηθείτε την απολαυστική έκθεση ζωγραφικής του Θάνου Τσίγκου και να παρακολουθήσετε το βίντεο ώστε να μάθετε κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες για τη ζωή και το έργο του. Δώστε λίγο χρόνο στον εαυτό σας να δροσιστεί στον ανοιχτόκαρδο κήπο του αναπαλαιωμένου «νεοκλασικού» που στεγάζει το νεότευκτο Πολιτιστικό Κέντρο (δωρεά της τσιμεντοβιομηχανίας ΤΙΤΑΝ, στη μνήμη του ιδρυτή της, του οποίου και το όνομα φέρει). Στις 8:30μμ ακριβώς ξεκινάει Ανοικτή Συζήτηση οργανωμένη από το Δήμο Ελευσίνος, στην οποία θα μιλήσουν οι Μπία Παπαδοπούλου (Ιστορικός Τέχνης που είχε την επιμέλεια της Έκθεσης και του Καταλόγου), Δημήτρης Φατούρος, Νάνος Βαλαωρίτης και Ανδρέας Νενεδάκης.

Image Hosted by ImageShack.us
1961: Φωτογραφία του καλλιτέχνη στην «Αρχιτεκτονική»

Όσοι δεν γνωρίζετε τον Θάνο Τσίγκο, μη σπεύσετε να παρακάμψετε αυτό το κείμενο θεωρώντας το ασύστολο πι-αρ: δεν υπάρχει τέτοιος λόγος. Φέτος κλείνουν 40 χρόνια από το θάνατό του, τα έργα του βρίσκονται όλα σε ιδιωτικές συλλογές (κυρίως στο εξωτερικό), η Έκθεση αυτή δεν αποσκοπεί σε πωλήσεις. Πρόκειται για φόρο τιμής σ’ έναν εν πολλοίς άγνωστο καλλιτέχνη ο οποίος διακρίνεται για την «τρικυμιώδη» ανάγλυφη τεχνική του, πέρασε πολλούς μήνες της ζωής του καταδικασμένος σε θάνατο και περιμένοντας την εκτέλεση, δούλεψε σαν αρχιτέκτονας, τιμήθηκε απ’ το Γαλλικό και Ελληνικό κράτος μόνο μετά το θάνατό του, κι έμεινε γνωστός στους κύκλους των συναδέλφων του ως «ο ζωγράφος των λουλουδιών», ο «εσωτερικός οραματιστής». Δεν είμαι σε θέση να σας δώσω περιγραφές προσεγγίσεων, τεχνικών, χρωματικών και υφολογικών επιλογών και λοιπών στοιχείων τεχνοκριτικής φύσεως: απλώς σας κοινοποιώ την είδηση και συμπληρώνω πως πρόκειται για έναν πολύ διαφορετικό καλλιτέχνη.

Ακόμα κι αν δεν τα καταφέρετε σήμερα, θυμηθείτε πως η Έκθεση παραμένει ανοικτή μέχρι τις 10 Αυγούστου (τ’ απογεύματα από τις 6 μέχρι τις 10 το βράδυ, κάθε μέρα).

[Η λεπτομέρεια είναι από τον πίνακα με τίτλο
Λουλούδια και Φανταστικό Ζώο, 1958. Ανήκει στη συλλογή Κ. Λυμπερόπουλου.]

Αχτίδα στο Σκοτάδι

Τίποτα δεν ισχύει από όσα λένε. Ότι όλα τα παιδιά εδώ μέσα είναι μαλάκες και ψώνια κι ότι δεν καταλαβαίνουνε Χριστό…
Λίγο ροζ στην καρδιά (2002)


Γνώρισα την Έρση Σωτηροπούλου λίγο μετά που τελείωσα το Λύκειο, μέσα απ’ το σύντομο μυθιστόρημά της Διακοπές χωρίς Πτώμα (1980). Από τότε κέρδισε μια θέση στις λίστες των αγαπημένων μου συγγραφέων και προσπαθώ να παρακολουθώ τις εκδοτικές εμφανίσεις της. Πριν μερικά χρόνια, το Ζιγκ-Ζαγκ στις Νεραντζιές (1999) την ανέβασε πολλά κλικ στην εκτίμησή μου, αφού το βιβλίο μ’έκανε να σκεφτώ πως θα μπορούσε να το είχε γράψει ο Σάλιντζερ σε συνεργασία με την Πλαθ. Η πρόσφατη έκδοση μιας συλλογής παλαιότερων σύντομων διηγημάτων που η συγγραφέας μάζεψε σε τόμο με τίτλο Αχτίδα στο Σκοτάδι μου δίνει την ευκαιρία μιας βιβλιο-παρουσίασης.

Τα κείμενα μοιάζουν άνισα. Αυτό σκέφτηκα όταν ξεκίνησα να διαβάζω, χωρίς καν να έχω συνειδητοποιήσει πως πρόκειται για διηγήματα που καλύπτουν μια αρκετά εκτεταμένη περίοδο (1988 – 2005) και πως κάποια απ’αυτά είχαν γραφτεί κατά παραγγελία (είτε για δημοσίευση σε συγκεκριμένα έντυπα είτε για θεματικές συλλογές διηγημάτων). Προχωρώντας την ανάγνωση του τόμου, ο γνώστης της γραφής της Σωτηροπούλου αντιλαμβάνεται πως πρόκειται για κομψές ασκήσεις προσωπικής μυθολογίας. Υπάρχει μια διάχυτη μελαγχολία στα περισσότερα απ’αυτά, μια υπόγεια τάση ενδοσκόπησης που διαφαίνεται σαν ασπρόμαυρο κινηματογραφικό βλέμμα που γυρνάει αργά-αργά πίσω στο τοπίο που έχει προηγουμένως διανυθεί. Είναι σαν η Σωτηροπούλου να θέλει να ρίξει μια ματιά ακόμα σε πρόσωπα που υπήρξαν ή δεν κατάφεραν να υπάρξουν καθοριστικά σε μια προηγούμενη περίοδο της ζωής της, σα να θέλει να επιβεβαιώσει πως κάποτε πήρε τη σωστή απόφαση, πως η συνέχιση της ζωής στη Ρώμη δεν θα την είχε κάνει περισσότερο ευτυχισμένη, πως μια παιδική φαντασίωση στη Πάτρα δεν της άφησε καθοριστικά σημάδια στη μετέπειτα ψυχολογική της ωρίμανση στην Αθήνα, πως τα πράγματα και οι σκιές τους δεν μπορούν να επηρρεάσουν τον καθένα μας περισσότερο απ’οσο τους επιτρέπουμε.

Χωρίς να είναι ξεκάθαρα αυτοβιογραφικά, τα περισσότερα διηγήματα αποπνέουν ένα είδος προσωπικής, βιωματικής αφήγησης που εμένα τουλάχιστον μου μιλάει. Τα κεντρικά τους θέματα είναι κοινά χωρίς να είναι κοινότυπα. Είναι σαφή χωρίς να είναι απαγορευτικά σε περαιτέρω εφαρμογές στη ζωή του αναγνώστη. Θα’λεγα πως μάλλον έντεχνα αφήνουν το ελάχιστο δυνατό περιθώριο ώστε ένας συμπάσχων αναγνώστης να γλιστρίσει μέσα τους. Χωρίς να αποτάσσονται τον χαρακτηρισμό των μελαγχολικών γραφών, δεν είναι απαισιόδοξα ούτε δυσάρεστα. Η τελική αίσθηση αφορά τη σημασία του μέτρου της δύναμης του καθενός να παρέμβει στις εσωτερικές δυναμικές πραγμάτων και καταστάσεων έξω απ’αυτόν: έτσι μπορεί ενδεχομένως να τα συσχετίσει με τρόπο ευεργετικό για την πορεία του στη ζωή. Σε αντίθετη περίπτωση, παρασέρνεται κανείς σε επίπεδα αλλόκοτα, ψυχοφθόρα και περιθωριακά, καταλήγοντας θύμα των άλλων.

Για μια άλλη άποψη, διαβάστε στην Καθημερινή μια κριτική της Όλγας Σελλά.

Το παρόν post δημοσιεύεται και στις Βιβλιογνώμες, το μπλογκ που ασχολείται αποκλειστικά με το βιβλίο. Επισκεφθείτε το για περισσότερες παρουσιάσεις, απόψεις και δωρεάν βιβλία!