All Boys Believe Anything

Image Hosted by ImageShack.us

Έκλεισα τα μάτια και χαλάρωσα το σώμα μου ώστε ν’αρχίσω κάποιες ασκήσεις αναπνοών όπως μου είχε δείξει χρόνια πριν ο θεόμουρλος συγκάτοικός μου Δαρείος (ο Πέρσης), στη Φιλαδέλφεια. Ένα ελαφρύ αεράκι με δρόσιζε, μα το κεφάλι μου έκαιγε ακόμα. Άκουσα ένα θρόισμα πίσω μου, το Eau d’Issey γαντζώθηκε στο αριστερό μου ρουθούνι γαργαλιστικά -έως αισθησιακά- και μια φωνή είπε πολύ καθαρά, σχεδόν κρυστάλλινα: «Δεν είναι καιρός για όνειρα, κύριε Κλίμα.» Άνοιξα τα μάτια στρίβοντας το σώμα μου προς τα πίσω για να δω, ενώ ταυτόχρονα στο πρόσωπό μου σχηματιζόταν ένας μορφασμός αποφυγής φτερνίσματος: σύσφιξη μαγούλων και σούφρωμα μύτης με τσουγκρανιαστό κλείσιμο ματιών – ακριβώς το δευτερόλεπτο που μια αχτίδα ήλιου κάρφωνε τα μάτια μου (αυτή η ίδια που μου έκαιγε το κεφάλι ως τότε), εμποδίζοντας με να κάνω αυτό ακριβώς που ήθελα: να δω καθαρά την ιδιοκτήτρια της φωνής.

Η γυναίκα έκανε ένα βήμα μπροστά, σβήνοντας τον ενοχλητικό ήλιο και επιτρέποντάς μου ένα ταχύτατο σκαν, από πάνω προς τα κάτω. Μελαχροινή, με κουπ που στεφάνωνε αρμονικά, γεωμετρικά το πρόσωπό της -ένα πρόσωπο συμπαθητικό αλλά κυρίως αποφασισμένο. Την έκανα 22, άντε 24. Φορούσε ένα πράσινο σύνολο – όχι, μια πράσινη στολή. Ήταν αδύνατη. Πολύ αδύνατη. Κατέγραψα τα χέρια της σαν κόκκαλα, καλά – σχεδόν κόκκαλα μόνο. Η φούστα ήταν στενή ενώ το πάνω -δεν ήταν ταγιέρ, ούτε σακάκι, δεν μπορούσα να το ταξινομήσω- το πάνω της ήταν φαρδύ. Φορούσε και περίεργα παπούτσια, σαν μποτάκια αλλά έμοιαζαν ολοκαίνουργια, γυάλιζαν. Μαύρα. Σαν τα μαλλιά της. «Παρακαλώ;» ψέλλισα ερωτηματικά. «Σ’ εμένα μιλήσατε;»

«Σας ενοχλεί που σας αποκάλεσα κύριο Κλίμα;» είπε χωρίς να χαμογελάσει. «Μ’ αρέσουν οι ομοιοκαταληξίες,» πρόσθεσε βγάζοντας τα χέρια απ’ τις τσέπες του «πάνω» της -ό,τι κι αν ήταν αυτό που φορούσε. Προσπάθησα να κλειδώσω το βλέμμα της με τα μάτια μου αλλά τα δικά της ήταν καρφωμένα σ’ένα σημείο στο παγκάκι. Σηκώθηκα, όχι χωρίς προσπάθεια. Τα 115 κιλά μου έγιναν ξαφνικά δυσάρεστο χαρακτηριστικό. «Γνωριζόμαστε;» ρώτησα, προσπαθώντας μάλλον να κερδίσω χρόνο. Αφού σχεδόν ήξερε τ’όνομά μου, ίσως απλώς να είχα κάποια αθώα ποιήτρια απέναντί μου. Προσπάθησα να τη φέρω στο νου μου σε σχέση με τις αραιές συναντήσεις της Λέσχης όπου μ’ έσερνε μια στις τόσες η Ελ. Τζίφος. Πάντως δεν είναι αλλοδαπή, σκέφτηκα με σιγουριά. Έκανε άλλο ένα βήμα, σχεδόν ακουμπούσε το παγκάκι που τώρα ήταν ανάμεσά μας. Η κολώνια της δεν μύριζε πια. «Ονομάζομαι Χαραυγή Δραπετσώνα,» είπε μ’ επισημότητα.

Στο άκουσμα αυτής της πρότασης άρχισα την αυτόματη διαδικασία ξεσπάσματος σε υστερικό γέλιο αλλά ακριβώς το χιλιοστό του δευτερολέπτου που οι νευρώνες του εγκεφάλου μου απελευθέρωναν τα ξεκαρδιστόνευρα ή όπως διάολο γίνεται όταν ξεσπάμε σε γέλια, η εικόνα του απολύτως σοβαρού προσώπου της αναίρεσε και πάγωσε την εν λόγω διαδικασία. Το όλο νευρο-μπλοκάρισμα είχε σαν αποτέλεσμα να εκφωνηθεί ένας πνιχτός ήχος, ακριβώς σα να είχα καταπιεί μπαλάκι του σκουώς. Ακαριαία, ανέκτησα την αυτοκυριαρχία μου. «Χάρηκα» -κατάφερα να το εκστομίσω αυτό το ‘χάρηκα’ και ήμουν σχεδόν περήφανος για τα νεύρα μου. Όμως είχα ιδρώσει. «Οι φίλοι μου με φωνάζουν Τσάβη,» έσπευσε να συμπληρώσει. Αυτό κόντεψε να με σμπαραλιάσει. Πρώτα κατάλαβα ότι δεν μου είχε πεί το επίθετό της: Χαραυγή και Δραπετσώνα ήταν τα μικρά της ονόματα! Σταμάτησα να προσπαθώ να βρώ από που έβγαινε το Τσάβη και το πώς γραφόταν και άνοιξα το στόμα μου. Ήθελα να πω κάτι, οτιδήποτε, αλλά είχα χάσει τη μιλιά μου. Ή είχα εντελώς χαζέψει. Αμέσως μετά, κατάλαβα. Θα ήταν καμιά φοιτήτρια του Χρήστου, σε μια απ’ τις περίεργες πλάκες του. Κάποια καινούργια ασκούμενη μάλλον. Ίσως είχε μάθει ότι το Εφετείο ήταν μια καταστροφή το πρωί. Είχε χρόνο να οργανώσει — δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τις υποθέσεις. Η κοπέλα άρχισε να μιλάει: «Ο παππούς μου θα πεθάνει. Είστε ο μόνος που μπορεί να τον βοηθήσει. Πρέπει να τον βοηθήσετε.» Τώρα μάλιστα, σκέφτηκα. Μόνο στο Frantic δεν είχα παίξει, να που μου το προτείνουν κι αυτό. Σαν πρώτη αντίδραση, έβαλα το χέρι στη τσέπη του παντελονιού μου και αναδιάταξα, όσο πιο διακριτικά μπορούσα, τον αρχιδοπουλικό μου χώρο. Ήμουν πλέον κάθιδρος. Ξεροκατάπια δις, ξεφύσηξα, κύτταξα έντονα το πεύκο πίσω ακριβώς απ’ την τρελή μήπως και εξαφανιζόταν από μπροστά μου και τελικά γύρισα το βλέμμα μου πάνω της. Σκατά. Εκεί ήταν, εντελώς ακίνητη, καρφωμένη πάνω μου. Σα να κρεμόταν από τα χείλη μου. Σιχαμένη σκατοφαρσέρ ή όχι, έπρεπε να σώσω τον κόσμο πάλι. Έστω, ένα απειροελάχιστο κομματάκι του κόσμου.

Illustration: Loustal

Advertisements

Δημοσιεύθηκε από

nootropia

Better shine than reflect.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s