Αχτίδα στο Σκοτάδι

Τίποτα δεν ισχύει από όσα λένε. Ότι όλα τα παιδιά εδώ μέσα είναι μαλάκες και ψώνια κι ότι δεν καταλαβαίνουνε Χριστό…
Λίγο ροζ στην καρδιά (2002)


Γνώρισα την Έρση Σωτηροπούλου λίγο μετά που τελείωσα το Λύκειο, μέσα απ’ το σύντομο μυθιστόρημά της Διακοπές χωρίς Πτώμα (1980). Από τότε κέρδισε μια θέση στις λίστες των αγαπημένων μου συγγραφέων και προσπαθώ να παρακολουθώ τις εκδοτικές εμφανίσεις της. Πριν μερικά χρόνια, το Ζιγκ-Ζαγκ στις Νεραντζιές (1999) την ανέβασε πολλά κλικ στην εκτίμησή μου, αφού το βιβλίο μ’έκανε να σκεφτώ πως θα μπορούσε να το είχε γράψει ο Σάλιντζερ σε συνεργασία με την Πλαθ. Η πρόσφατη έκδοση μιας συλλογής παλαιότερων σύντομων διηγημάτων που η συγγραφέας μάζεψε σε τόμο με τίτλο Αχτίδα στο Σκοτάδι μου δίνει την ευκαιρία μιας βιβλιο-παρουσίασης.

Τα κείμενα μοιάζουν άνισα. Αυτό σκέφτηκα όταν ξεκίνησα να διαβάζω, χωρίς καν να έχω συνειδητοποιήσει πως πρόκειται για διηγήματα που καλύπτουν μια αρκετά εκτεταμένη περίοδο (1988 – 2005) και πως κάποια απ’αυτά είχαν γραφτεί κατά παραγγελία (είτε για δημοσίευση σε συγκεκριμένα έντυπα είτε για θεματικές συλλογές διηγημάτων). Προχωρώντας την ανάγνωση του τόμου, ο γνώστης της γραφής της Σωτηροπούλου αντιλαμβάνεται πως πρόκειται για κομψές ασκήσεις προσωπικής μυθολογίας. Υπάρχει μια διάχυτη μελαγχολία στα περισσότερα απ’αυτά, μια υπόγεια τάση ενδοσκόπησης που διαφαίνεται σαν ασπρόμαυρο κινηματογραφικό βλέμμα που γυρνάει αργά-αργά πίσω στο τοπίο που έχει προηγουμένως διανυθεί. Είναι σαν η Σωτηροπούλου να θέλει να ρίξει μια ματιά ακόμα σε πρόσωπα που υπήρξαν ή δεν κατάφεραν να υπάρξουν καθοριστικά σε μια προηγούμενη περίοδο της ζωής της, σα να θέλει να επιβεβαιώσει πως κάποτε πήρε τη σωστή απόφαση, πως η συνέχιση της ζωής στη Ρώμη δεν θα την είχε κάνει περισσότερο ευτυχισμένη, πως μια παιδική φαντασίωση στη Πάτρα δεν της άφησε καθοριστικά σημάδια στη μετέπειτα ψυχολογική της ωρίμανση στην Αθήνα, πως τα πράγματα και οι σκιές τους δεν μπορούν να επηρρεάσουν τον καθένα μας περισσότερο απ’οσο τους επιτρέπουμε.

Χωρίς να είναι ξεκάθαρα αυτοβιογραφικά, τα περισσότερα διηγήματα αποπνέουν ένα είδος προσωπικής, βιωματικής αφήγησης που εμένα τουλάχιστον μου μιλάει. Τα κεντρικά τους θέματα είναι κοινά χωρίς να είναι κοινότυπα. Είναι σαφή χωρίς να είναι απαγορευτικά σε περαιτέρω εφαρμογές στη ζωή του αναγνώστη. Θα’λεγα πως μάλλον έντεχνα αφήνουν το ελάχιστο δυνατό περιθώριο ώστε ένας συμπάσχων αναγνώστης να γλιστρίσει μέσα τους. Χωρίς να αποτάσσονται τον χαρακτηρισμό των μελαγχολικών γραφών, δεν είναι απαισιόδοξα ούτε δυσάρεστα. Η τελική αίσθηση αφορά τη σημασία του μέτρου της δύναμης του καθενός να παρέμβει στις εσωτερικές δυναμικές πραγμάτων και καταστάσεων έξω απ’αυτόν: έτσι μπορεί ενδεχομένως να τα συσχετίσει με τρόπο ευεργετικό για την πορεία του στη ζωή. Σε αντίθετη περίπτωση, παρασέρνεται κανείς σε επίπεδα αλλόκοτα, ψυχοφθόρα και περιθωριακά, καταλήγοντας θύμα των άλλων.

Για μια άλλη άποψη, διαβάστε στην Καθημερινή μια κριτική της Όλγας Σελλά.

Το παρόν post δημοσιεύεται και στις Βιβλιογνώμες, το μπλογκ που ασχολείται αποκλειστικά με το βιβλίο. Επισκεφθείτε το για περισσότερες παρουσιάσεις, απόψεις και δωρεάν βιβλία!

Advertisements

Δημοσιεύθηκε από

nootropia

Better shine than reflect.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s