Heartbreak Hotel

Image Hosted by ImageShack.us

O V. δεν είχε, ως φαίνεται, αντιληφθεί τα πάθη μου των τελευταίων ημερών και μου΄στειλε αναγνωριστικό εσεμές μπας και συναντιόμασταν: «Πού είθτε;» Στον κοντινό βορρά, του απάντησα, είμαι μια junky nurse. Δεν υπήρχε περίπτωση να μπερδευτεί, η πραγματική junky nurse είναι γνωστή του. Σχεδόν απογειώθηκα σκεπτόμενος τους δυό μας να τρέχουμε σε κάποιο πάρτι στου Γκύζη με στολές νοσοκόμας, κομπλέ με λευκό βαμβακερό καλσόν ειδικό για την ορθοστασία και τρυπητά κλογκς αλλά κυρίως μ’ εκείνο το ανεπανάληπτο λευκό καπελίνο σχεδόν ολλανδικού τύπου, με κόκκινο σταυρό κατακούτελα και ίσως μια λεπτή κόκκινη ρίγα να το διατρέχει ως τ’ αυτάκια… ή μήπως τα φτεράκια; Χαζομάρες, σκέφτηκα, μα η αίσθηση λιποθυμίας επανήλθε αμέσως γιατί θυμήθηκα την εικόνα της αδερφής μου, στην έκτη γυμνασίου ακόμα, να ξυρίζει τις γάμπες της μ’ ένα δικό μου ξυράφι και κείνη τη παγωμένη ζήλεια και το ακαθόριστο ανακάτεμα μέσα μου που ενώ την είχα πιάσει στα πράσα, δε μ’ άφησε να της ορμήξω και να την προγκήξω όπως θα ήταν φυσικό, μα καθόμουν και την κύτταζα σα χαζός, μέχρι που με πήρε χαμπάρι και τελικά μου την έπεσε αυτή, βρίζοντάς με χυδαία ώστε να φύγω τρέχοντας απ’ το μπάνιο, απ’ το σπίτι, απ’ την αυλή και να βρω καταφύγιο στο στέγαστρο του Νίκου, δυο τετράγωνα παρακάτω. Ήτανε ηδονοβλεπτικό εκείνο το κύτταγμα; Μου είχε σηκωθεί; Ζήλευα τρελλά που εγώ δεν ξύριζα τις γάμπες μου; Και γιατί δεν είχα θυμώσει που μου χάλαγε τα ξυραφάκια, γιατί δεν την είχα άμεσα διαολοστείλει όπως είχα υποσχεθεί φωναχτά πως θα έκανα μόλις ανακάλυπτα ποιός ανώμαλος ανακατευόταν με τα ξυριστικά μου και μου γέμιζε τη μούρη σπυριά; Οι αναμνήσεις μου από κείνο το πρωί ήταν θεσπέσια ομιχλώδεις, ανακατεμένες όσο έπρεπε με εικόνες απ’την υποψία μουνιού της υπό ανάκριση Σάρον Στόουν καθώς σταύρωνε τα πόδια της και κείνα τα ζαλιστικά, ασπροκόκκινα πλακάκια του μπάνιου μας στο πατρικό μου. Κι όλα αυτά με φόντο το άσπρο, μεταλικό φαρμακείο στον τοίχο του μπάνιου, μ’ έναν κατακόκκινο σταυρό φάτσα-κάρτα στο πορτάκι. Φαινόταν το μουνί της Ρ. όσο τη χάζευα; Φορούσε άσπρο μπουρνούζι ή ήταν απλώς τυλιγμένη με μια άσπρη πετσέτα, από κείνες τις τεράστιες της μαμάς; Είχε κοντά μαλλιά ή μακρυά; Έβαφε τα νύχια των ποδιών της κλέβοντας λίγη όζα απ’ της μαμάς ή είχε κρυμμένη δική της; Δεν θυμόμουν και δεν ήθελα να θυμάμαι: αυτή η αβεβαιότητα μου επέτρεπε να είμαι και σκληρός και όσο έπρεπε κακός απέναντί της. Στο κάτω-κάτω, αυτή είχε αποδειχθεί άδικη και μοχθηρή και εκδικητική και όλα τα επίθετα που μπορεί να σκεφτεί κανείς για ένα πιστοποιημένο αντιπρόσωπο του Διαβόλου στη γη. Σκοπός της ήταν να με καταστρέψει, όχι μονάχα εμένα αλλά και τη μητέρα μας, και τον μικρό και όλο μας το σόι – να πάρει όλα τα λεφτά, να μη μας αφήσει μία τσακιστή και να μας παρακολουθεί γελώντας με ηδονή όσο θα πεθαίναμε ταπεινωμένοι και ολομόναχοι.

«Μπορείτε να περάσετε έξω παρακαλώ, πρέπει να πάρουμε αίμα,» με ξύπνησε μια φωνή. Επανήλθα στην πραγματικότητα, η φωνή ανήκε στη μελαχρινή φηλόλιγνη νοσοκόμα, μια απ’ τις λιγότερο αντιπαθητικές. Οι εξετάσεις συνεχίζονταν. Ένευσα καταφατικά με το κεφάλι, άρπαξα το κινητό απ’ το κρεβάτι και βγήκα απ’ το θάλαμο, ρίχνοντας μια ματιά στη μητέρα μου. Εξακολουθούσε να είναι σ’ εκείνη την κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνου, η νάρκωση απ’ τις αλλεπάλληλες επεμβάσεις δεν είχε φύγει ακόμα ολοκληρωτικά, λίγο σάλιο είχε τρέξει απ’ τα μισάνοιχτα χείλια της, ο ορός έσταζε κανονικά, τακ-τακ-τακ, το μπράτσο της ήταν μπλαβιασμένο απ’ τις σύριγγες, μια τιράντα απ’ το κατσιασμένο πλέον νυχτικό είχε πέσει στο πλάι. Έκλεισα όσο πιο αθόρυβα γινόταν την πόρτα πίσω μου. Ο διάδρομος μύριζε φάρμακα, ούρα και ιδρώτα. Κακάσχημοι μεταλικοί φοριαμοί σκίαζαν τα πάντα, επιβαρύνοντας το εφέ της σκούρας πράσινης λαδομπογιάς που κάλυπτε τους τοίχους. Μερικών οι πόρτες έχασκαν, αποκαλύπτοντας κακοστοιβαγμένες προμήθειες σε αποστειρωμένες γάζες, πλαστικά ουροδοχεία και σωληνάκια κάθε είδους. Από έναν θάλαμο στο βάθος δεξιά ερχόταν η φωνή του εκφωνητή των ειδήσεων, μια φωνή τσιριχτή και ύπουλη. Έπιασα τη λέξη «λαίλαπα» τρεις φορές σε δέκα δευτερόλεπτα. Ασυναίσθητα, έκανα κίνηση να πιάσω τσιγάρο και το χέρι μου πάγωσε σε μια αφύσικη στάση στη τσέπη του πουκαμίσου όταν μια άλλη νοσοκόμα εμφανίστηκε μπροστά μου απ’ το πουθενά. Ήταν η κοντή ξανθιά που εκτελούσε χρέη προϊσταμένης, μου κάρφωσε ένα άδειο αλλά πλήρως αντιπαθητικό βλέμμα και πέρασε από μπροστά μου εντελώς αδιάφορα, σα να μην ήμουν παρά μια σκιά της μπογιάς στον τοίχο. Κρατούσε ένα ψαλίδι. Ήταν η μόνη που φορούσε τακούνια, πολύ κοντά είν’ αλήθεια, αλλά τακούνια. Για να ξεχωρίζει; Σημάδι μικρής εξουσίας; Χέστε με, σκέφτηκα, άχρηστες, όλες άχρηστες. Κίνησα προς τη σκάλα, ήθελα να βγω έξω αμέσως να καπνίσω. Τα μάτια μου θόλωσαν, το πουκάμισο μου είχε ήδη γίνει μούσκεμα απ’ τον ιδρώτα. Μηχανικά, άρχισα να κατεβαίνω τα βρώμικα σκαλιά. Δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να ξαναπέσω στην απόκοσμη γιατρίνα με τα πράσινα του χειρουργείου: το νοσοκομείο δεν εφημέρευε απόψε.

Advertisements

Δημοσιεύθηκε από

nootropia

Better shine than reflect.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s