Endgame

Image Hosted by ImageShack.us
Math-Art: Uncertain End © 2001 by Michael Field, Professor of Mathematics, Imperial College (London) and University of Houston (Texas).

Eπικουρικά: Κάπου το είχα σημειώσει αυτό (ξανά) πριν μήνες, δεν θυμάμαι πια αν το είδα τελευταία στο Βαρόμετρο ή στο Vita Moderna. Δεν έχει σημασία άλλωστε, αλλουνού είναι. Λοιπόν:

«Γεννηθήκαμε μια φορά και δεν γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη, κι είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρξουμε ξανά στον αιώνα τον άπαντα. Εσύ όμως, ενώ δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία γι’ αργότερα. Κι η ζωή κυλά με αναβολές και χάνεται, κι ο καθένας μας πεθαίνει μες στις έγνοιες.»

Ρουά Ματ


Σκάκι: Παίζουν τα Λευκά και κερδίζουν.

Η πλειοψηφία των αναγνωστών θεωρεί τον Ζωρζ Σιμενόν ως ένα κλασικό συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων. Η φήμη του, πράγματι, στηρίζεται στον εξαιρετικά υψηλό αριθμό βιβλίων που ορθώς κατηγοριοποιούνται κάτω απ’ την επικεφαλίδα της λεγόμενης αστυνομικής λογοτεχνίας – μιας κατηγορίας που πολλοί θεωρούν υποδεέστερη, ρηχή, ελαφριά, ακόμη και μπάσταρδη. Με πάνω από 400 τίτλους στο ενεργητικό του, ο Σιμενόν είναι ίσως ο πλέον παραγνωρισμένος συγγραφέας του 20ου αιώνα καθώς οι σημαντικές πωλήσεις των αμιγώς αστυνομικών έργων (με κύριο ήρωα τον διάσημο Επιθεωρητή Μαιγκρέ) σκιάζουν το κομμάτι εκείνο της εργογραφίας του που ο ίδιος χαρακτήριζε romans durs, αληθινά ή σοβαρά μυθιστορήματα, με έμφαση στον ψυχολογικό ή τον κοινωνικό παράγοντα. Στην πραγματικότητα, ο ίδιος ο Σιμενόν φρόντιζε πάντοτε να γράφει παράλληλα ένα σοβαρό και ένα έργο προορισμένο για «λαϊκή κατανάλωση» (romans populaires), τα τελευταία με σκοπό σαφώς βιοποριστικό. Είναι ευτύχημα που ένα από τα σοβαρά του έργα, Ο Άνθρωπος που έβλεπε τα Τραίνα να περνούν (1938), κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΑΓΡΑ σε προσεγμένη ελληνική μετάφραση της Αργυρώς Μακάρωφ και με σύντομο χρήσιμο Επίμετρο του Γ.Ν. Πεντζίκη.

Το βιβλίο αποτελεί μια ακόμα σπουδή του Σιμενόν πάνω σ’ένα από τα πλέον αγαπημένα του θέματα: αυτό του «γυμνού ανθρώπου». Ο ίδιος ο συγγραφέας είχε δηλώσει πως το κεντρικό ερώτημα που τον απασχόλησε ολόκληρη τη ζωή του είχε να κάνει με τη σχέση του «ντυμένου ανθρώπου» (του ανθρώπου δηλαδή όπως πλαστά ή επίπλαστα παρουσιάζεται προς τα έξω, προς τον κόσμο ή και προς τον εαυτό του ακόμη μέσω του καθρέφτη) και του «γυμνού ανθρώπου» – της ωμής, σχεδόν βάρβαρης ουσίας που απομένει όταν οι μάσκες, τα φτιασίδια, τα κοστούμια των ρόλων πέσουν. Αναπόφευκτα, ο Σιμενόν παράγει τόσο ψυχολογικές μελέτες χαρακτήρων όσο και κοινωνική κριτική, παρακολουθώντας την σταδιακή απογύμνωση του εκάστοτε «ήρωα» μέσα απ’ την πλοκή. Ο Κέες Πόπινγκα, ο ήρωας του συγκεκριμένου βιβλίου, δεν μπορεί παρά να είναι ένας αντι-ήρωας: με ντεκόρ την προπολεμική Ολλανδία, μια κοινωνία όπου η μεσοαστική τάξη του μεσοπολέμου βιώνει τον ύψιστο βαθμό μιας οικογενειακής άνεσης βασισμένης στην οικονομική ευημερία και την υψηλή τεχνολογία, όπου οι κοινωνικές νόρμες και οι σαφέστατα οριοθετημένες συμπεριφορές είναι ταυτόχρονα απελευθερωτικές (ο «ελεύθερος χρόνος» που προκύπτει) αλλά και καταπιεστικές (η αυστηρότητα των «πρέπει» και των «δεν πρέπει»), δίνουν στον έμπειρο Σιμενόν τις παραμέτρους που απαιτούνται για να προκύψει ταχύτατα η ικανή συνθήκη για την έναρξη της αντίστροφης μέτρησης.

Η απογύμνωση του ήρωα ξεκινάει υπό συνθήκες φαινομενικά αστυνομικές: ένα οικονομικό σκάνδαλο (πιθανή μεταφορική αναφορά στην ευαίσθητη «φούσκα» της οικονομικής ανάπτυξης πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς ο Σιμενόν είχε δώσει και σε άλλα βιβλία του της δεκαετίας του 1930 πολλές «προφητικές» αναφορές στις επερχόμενες κακοήθεις συνέπειες του Φασισμού και της Αποικιοκρατίας), μια στημένη αυτοκτονία, η κατάρρευση του συνδετικού ιστού μιας καταναγκαστικής πραγματικότητας, ένας φόνος σχεδόν από «κεκτημένη ταχύτητα». Τα στοιχεία αυτά όμως περνούν σύντομα σε δεύτερο πλάνο καθώς παρακολουθούμε τον ήρωα να μεταμορφώνεται σ’αυτό που πιστεύει πως πραγματικά έπρεπε να είναι. Σύντομα, το (νομικώς οριζόμενο) έγκλημα ξεθωριάζει και απομένουμε με μια αστυνομία που δεν ενδιαφέρεται και μ’ έναν Τύπο που μοιάζει να κινείται αυτόνομα, έναν Τύπο με τον οποίο ο Πόπινγκα καταλήγει όχι απλώς να συνδιαλέγεται, αλλά από τον οποίο καθορίζεται: ως συμπεριφορά, ως αντίδραση, ως τελικά οριστική περιθωριοποίηση.

Είναι κωμικοτραγικό πραγματικά: ο αντι-ήρωας αποτάσσει, ενσυνείδητα και ηθελημένα, ακολουθώντας μια ψυχρή λογική, όλες εκείνες τις συμβάσεις που πιστεύει ότι αποτελούν τα φτιασίδια του πραγματικού, γυμνού του εαυτού. Ενώ η «ντυμένη», συμβατική του ζωή στηρίζεται στο να περνά απαρατήρητος, να είναι πρότυπο κανονικότητας και του αστικού μέσου όρου, η «γύμνωσή» του τον στρέφει έτσι ώστε να είναι «κοινό» πρόσωπο (κατ’ αρχήν ως εγκληματίας), δακτυλοδεικτούμενος, υπόκοσμος, μετά απόβλητος, τέλος περιθώριο. Βρίσκει απέναντί του την Έννομη Τάξη (αν και η αστυνομία δεν του δίνει την «δέουσα» σημασία, χαρακτηρίζοντάς τον ‘ερασιτέχνη’), την Αστική Τάξη απ’όπου προέρχεται (η οποία αδυνατεί να ερμηνεύσει την αντισυμβατική συμπεριφορά του, καταλήγοντας να τον περιθωριοποιήσει ψυχιατρικά, χαρακτηρίζοντάς τον ‘παρανοϊκό’), αλλά κυρίως την Τέταρτη Εξουσία, τον Τύπο, χάριν της οποίας κυριολεκτικά ο Πόπινγκα συνεχίζει να πορεύεται σ’έναν αδιέξοδο μονόδρομο μέχρι την οριστική του ισοπέδωση.

Εθισμένοι ίσως στην απίστευτη παρεμβατική δύναμη της trash-reality-τηλεόρασης του σήμερα, ενδέχεται να περάσουμε χωρίς εμβάθυνση μια πλοκή που, κοντά εβδομήντα χρόνια πριν, σκιαγραφεί με αριστοτεχνικό τρόπο το υπαρξιστικό «η Κόλαση μας είναι οι Άλλοι». Πώς αλήθεια ορίζονται αυτοί οι «Άλλοι» καλύτερα απ’ όσο δια του Τύπου (και όλων των ΜΜΕ κατ’επέκταση), του ποδηγέτη εκπροσώπου των μαζών; Ο Ένας καθρεφτίζει την ύπαρξή του, το Είναι του, στην εικόνα που προκύπτει όταν και όσο ο Τύπος ασχολείται μαζί του. Όσο βέβαιο είναι ότι ο απόλυτος νικητής της όποιας συνδιαλλαγής θα είναι ο Τύπος που έχει τη δύναμη να συνθλίψει το Άτομο, τόσο σίγουρο είναι ότι η υποταγή στο προδιαγεγραμμένο πεπρωμένο του συμπτωματολογικά επαναστάτη Πόπινγκα έρχεται με την αποδοχή μιας εκατέρωθεν βολικής ιδρυματοποίησης. Η ολοκληρωτική απογύμνωση του Ατόμου στην αφήγηση του Σιμενόν καταλήγει να αποκλείει κάθε γέφυρα επικοινωνίας με οποιαδήποτε «Τάξη» καθώς ισοδυναμεί με απόλυτη περιθωριοποίηση. Το «έξω» του καθενός είναι τελικά μόνο «μέσα» του.

Το παραπάνω δημοσιεύτηκε αρχικά στις Βιβλιογνώμες, το πολυσυμμετοχικό μπλογκ όπου παρουσιάζονται βιβλία. Έχουν γίνει ορισμένες διορθώσεις και βελτιώσεις. Σημειώνω ότι μια παραλλαγή της πλοκής χρησιμοποιήθηκε σαν σενάριο επιτυχημένης ομότιτλης ταινίας (1953).

Ρεάλ και Μπαρτσελόνα


Πιθανή αιτία καλοπροαίρετης βουτιάς. Α, εσείς δεν θα βουτούσατε, ε;

Αποτελεί πλέον ιερή υποχρέωσή μου να πετάξω δια παντός τη μάσκα του εξορκιστή και να ντυθώ το εμετικό, λουλουδάτο νυχτικό της εξορκιζομένης: αφού, για λόγους κατωτέρας βίας, το πουλί μου δουλεύει ακόμα και σαν σκαπανικό, είμαι αυτομάτως ύποπτος μπλογκοκαμακέρο, έτοιμος να σαγηνεύσει με τον πλούτο του λεξιλογίου του όποια αιθέρια ύπαρξη πληροί τις προδιαγραφές του Μυστικού Μανιφέστου της Μπλογκοσυνεύρεσης, ήτοι τα «Τρία Μ»: Μουρλή, Μουχρίτσα, Μελαμψή (άντε και Ινδιάνα, όχι όμως Κινέζα λόγω συμπαράστασης προς την εγχώρια φλοκατοπαραγωγική οικοτεχνία). Αιτήσεις στην ιδιαιτέρα μου, εργάσιμες ημέρες και ώρες-ώρες κάτι συμβαίνει και βλέπω οράματα, σκισμένες κομπινεζόν υπερίπτανται, μια κυρία φωνάζει απ’ το μπαλκόνι του τρίτου ότι την ενοχλεί η τηλεόραση, το καζανάκι αρνείται να επιτελέσει το έργο του και μας περιβάλλει όλους μια απροσδιόριστη σκατίλα, σαν κέικ καρότο με πίτουρα ένα πράμα, ο Χρήστος ανάβει Κιρέτσιλερ και θυμάμαι αυτομάτως θάλαμο με σαράντα φαντάρια και ξυνισμένες κάλτσες πάνω στα άρβυλα και άστα να πάνε. Μα, διακοπές ήταν αυτές; Με παίρνουν τηλέφωνο κάτι πρώην κολλητοί και ρωτάνε τι σκατά έπαθα και δε (τους) γράφω και αν τσακίστηκα στ’αλήθεια με μηχανάκι στο νησί ή μπαρούφες έλεγα να με λυπηθούν οι γκόμενες μπας και γαμήσω. Ως και η Δήμητρα με πήρε να μου ευχηθεί ταχεία ανάρρωση, ενώ η άλλη μου έστειλε φωτό-μήνυμα στο κινητό να δω πόσο χάλια είναι ο καιρός στη Νορβηγία να φτιάξει το κέφι μου. Λες κι εγώ την έστειλα στη Νορβηγία! Μα έτσι γαμάνε οι άνθρωποι ρε παιδιά; Σακατευόμενοι; Έλεος, τι φταίω εγώ αν όχι απλά δεν είμαι αθλητικός τύπος (δε με πάει το ρημάδι το άθλημα, τι να κάνω), αλλά και γκαντέμης από πάνω; Καλοπροαίρετα πήδηξα στη πισίνα στη Χίο, καλοπροαίρετα κόντεψα να κουτσαθώ, μόλις που δεν κόπηκε ο τένοντας. (Πάντως ο παπάρας ο ορθοπαεδικός που με εξέταζε γελώντας ειρωνικά για την αγυμνασιά μου έπεσε την επόμενη κι όλας μέρα απ’ τα βράχια και τσακίστηκε, καλά που δεν του χώθηκε και το ψαροντούφεκο στο κώλο, το αρχίδι, καλά να πάθει, με πατερίτσα κυκλοφορούσε μετά.) Το ίδιο καλοπροαίρετα, είπα να παίξω pool-μπάσκετ με τα παιδιά στη Λήμνο, δροσερή κατάσταση, πισίνες κι έτσι, πού να φανταστώ ότι θα πέσει πάνω μου η μπασκέτα να με κουλάνει; Δηλαδή εσείς, εκτός από κείνον τον κακομοίρη του Πανιωνίου προ δεκαετίας, ξέρετε κανέναν άλλο που να πήγε από μπασκέτα; Ξέρετε; Ε, τώρα ξέρετε, εμένα – καλά, δεν «πήγα» εντελώς αλλά δεν είμαι καν επαγγελματίας!

Είπα να σκεφτώ καλά στις διακοπές και να μην ασχοληθώ με ίντερνετ και τέτοια. Διάβαζα βιβλία, καταβρόχθιζα μεζεκλίκια παρά θιν’αλός, ψαρούκλες Καζαμπλάνκας και Μαδαγασκάρης και δε συμμαζεύεται, σε μερικά μέρη βρήκα φοβερό παϊδάκι νησιώτικο που είναι το ανωτερότερο διότι είναι από φυσικού του αλμυρό, μια φορά κόλλησα με το ψευτο-φορμπαϊφορ σε άμμο βαθειά και μ’έβγαλε ο Δημήτρης ζμπρώχνοντας σα γομάρι, έχασα μια βδομάδα ημι-ανάπηρος, τα πρωινά ωραία, η πανσέληνος κίτρινη, το Άγιον Όρος φα-ντα-στι-κό από μακρυά, ευχαριστώ, και του χρόνου, και στα δικά σας. Να σκεφτώ τι, όμως; Πολλά και διάφορα, για τη λογική της συνέχισης του δικαστικού αγώνα κατ’αρχήν, διότι αυτό που μας καίει πρωτίστως δεν είναι οι γκόμενες -μαλάκες μου- αλλά τα λεφτά (κι άμα έρθουν αυτά, παίρνουμε μια καραβιά ανατολικοδυτικές ντόπιες να μας κάνουν αέρα με φτερά από στρουθοκάμηλο ράτσας «μολυβδόφανους» (τις πιό σπάνιες, κι αν αναρωτιέστε γιατί, είναι επειδή «ζουν» στην Αιθιοπία και τη Σομαλία μόνο, χεχ, ζωή είν’ αυτή, να είσαι τροφή στους δυό πιο πεινασμένους λαούς του κόσμου, τρεχάτε ποδαράκια μου). Η δίκη (που αργά αλλά σταθερά χάνω, παρά τις πίπες της Δήμητρας, της δικηγόρου μου ντε), είναι πλέον απλά θέμα ονόρε. Αφού η μητέρα δεν είναι σε θέση να καταθέσει μετά τα νοσοκομειακά έκτροπα, τα εκατομυριάκια θα πάνε σίγουρα και με το νόμο στα δοντάκια της αδερφής μου για ροκάνισμα. Σκατά. Μετά είναι αυτό το υπέροχο μπλογκ που το έφτιαξα με τα χεράκια μου (άντε, καλά, βοήθησε κι η medea) και το στόλισα με την andrea, κυρίως. Τις πέταξα έξω και τις δύο, αν δε το καταλάβατε. Η andrea ούτε που το πήρε είδηση, έλειπε διακοπές με τον καλό της (διότι είναι σοβαρό κορίτσι και έχει «καλό» μόνη της), κι όταν το αντελήφθη πολύ κυρία μιλάμε, μου έστειλε λουλούδια και ευχές για τη νέα σχολική χρονιά. Η άλλη η μουλάρω, εκτός του ότι δεν μου μιλάει διότι λέει «λείπει εκτός Αθηνών», όχι απλώς δεν με έβγαλε από ένα δικό της («ανωτερότης» πφφφ!), όπου γράφει κάθε Αγίου Πνέυματος, αλλά πήρε και μεταγραφή τύπου Κωνσταντίνου λέμε παλαιό κάθαρμα φίλο (φίδι), τον delius, που τώρα είμαι σίγουρος ότι την πήδαγε παλιά όταν τα είχαμε σχεδόν και ποιός ξέρει τι ετοιμάζουν καθότι αυτός είναι στην Αίγινα και άφαντος. Αδιαφορώ ρε, να. Κάντε ό,τι σας φωτίσει ο θεός και το κρίμα ολοδικό σας.

Τελικώς δεν αποφάσισα τίποτε απολύτως και πρέπει να ξαναφύγω διακοπές όσο προλαβαίνω ακόμη. Την Τετάρτη (31/8) όμως λέω να οργανώσω δημοψήφισμα για το τί να πράξω, πάνω από παϊδάκια κατά προτίμηση. Για συμμετοχή, στείλτε μήνυμα. Να οργανωθούμε, χειμώνας έρχεται.

Σημαντικό Υστερόγραφο: Θα καταλάβατε ήδη ότι για τη Μπαρτσελόνα (που ως πόλη πολύ την εκτιμώ) και τη Ρεάλ, jestica. Επειδή όμως, γυρνώντας στην Αθήνα, πήγα ντουγρού στα μπλογκ γνωστών και αγνώστων να δω τι έπαιξε Αύγουστο, οφείλω να προσθέσω ορισμένα καλούδια που μου τράβηξαν την προσοχή. Δώστε βάση:

  • Αυτό το Art Attack, προσέχτε το. Ή θα πάει ψηλά ή θα πάει άπατο. Δεν τα βάζεις έτσι άνετα με την Κουρούνα.
  • Απ’ τις καινούργιες συναδέρφισες (tsik! – για μένα τουλάχιστον), η Λίτσα είναι άπαιχτη. Όσο δεν τη διαβάζει ο Μπάμπης (της) δηλαδή, μετά έχει πρόβλημα (μαυρισμένο μάτι κλπ).
  • Το Παραλήρημα, συλλογική δουλειά πλείστων όσων συντελεστών του καλλιτεχνικίζοντος χώρου, έχει κατορθώσει να φτάσει σε ζηλευτά επίπεδα εσωτερικού, ποιοτικού και ακαταλαβίστικου χιούμορ. Κι όλα αυτά στα μουλωχτά. Μόλις γίνουν διάσημοι, θα έρθουν να μου φέρουν δώρα.
  • Αλλά το τοπ-σποτ στο καφτό, ανατρεπτικό και βλογκομαλακιστό (με την κάλλιστη έννοια) γέλιο το βγάζει α-συ-ζη-τη-τί ο έγκυρος Σάκης Φώλιος στα Απίστευτα Δρώμενα. Ανυποχώρητος. Απύθμενος. Αποσβολωμένοι (εμείς). Μαϊ νάμπερ ουάν.

Χρόνια Πολλά Ναταλία!

Τραυματισμένη Πανσέληνος

Στριφογυρίζω στην πάνινη πολυθρόνα προσπαθώντας να βολευτώ: οι επίδεσμοι στο δεξί μου μπράτσο μ’ενοχλούν αφάνταστα, η ωμοπλάτη μου -γδαρμένη και ιωδιωμένη- καίει. Δε νοιώθω σχεδόν ολόκληρη την πληγωμένη μεριά του κορμιού μου. Σφίγγω τα δόντια και μισοκλείνω τα μάτια. Δίπλα μου, η Χ., κοντά δεκαπέντε χρονών, πληκτρολογεί αυτό το κείμενο καθ’υπαγόρευση. Είναι η πιό μικρή απ’τη νεανική παρέα που διακρίνω να τσαλαβουτάει στο βάθος, στην παραλία, και η μόνη που ντράπηκε να μου αρνηθεί τη χάρη. Το πισί του πατέρα της, ένα αρχαίο ΙΒΜ υπό κατάρρευση, είναι ίσως το μοναδικό στο Νησί. Ο Θωμάς, ο πατέρας της, μηχανικός στα καράβια ως πριν οκτώ χρόνια που αναγκάστηκε να δέσει εδώ, προφανώς για πάντα, μου υποσχέθηκε πως θα καταφέρουμε να συνδεθούμε στο δίκτυο αργότερα απόψε. Οι γραμμές είναι της πλάκας. Σήμερα μ’ενοχλεί αυτό, τα πάντα μ’ενοχλούν. Όταν αποβιβαζόμουνα, δεκατέσσερεις μέρες πριν, στο βράχο αυτό στη μέση του βόρειου Αιγαίου αποζητώντας μια ιδανική καλοκαιρινή απομόνωση, δεν είχα ανάγκη από καμιά δυνατότητα επικοινωνίας. Δεν πίστευα πως θα χρειαζόμουν τίποτα περισσότερο από μια σάκκα βιβλία, λίγα ρούχα, δυό μαγιώ και τσιγάρα. Και το ημερολόγιο μου. Το πανόδετο, με τα υποκίτρινα φύλλα. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, άφησα πίσω μου κινητά, φορητό και όλα τα ψηφιακά καλούδια που με βαραίνουν συνήθως. Άφησα πίσω μου ακόμα και την Ελ. που, χωρίς να το καταλάβει μάλλον, φόρτωσε παιδιά και μπαγκάζια για Σύβοτα πιστεύοντας πως σύντομα θα ήμουνα κοντά τους. Της έστειλα ένα μήνυμα και μια ευχή – ραντεβού το Σεπτέμβριο. Οι γραμμές της Σαμοθράκης με άφησαν τρία βήματα πίσω απ’ το τέρμα τους.

«Έχει γίνει μόδα να μας επισκέπτονται πρωθυπουργοί τελευταία,» μου κουτσοχαμογέλασε ο Θωμάς όταν ταχτοποιήθηκα στο δωμάτιο. «Δεν είσαι τίποτα πρωθυπουργός, ε;» συμπλήρωσε, κι έσκασε στα γέλια. Δεν είμαι πρωθυπουργός, χαμογέλασα κι εγώ. Νοίκιαζε το μισό σπίτι του σε ξεμοναχιασμένους τουρίστες, ένα ψαρόσπιτο σχεδόν πάνω στο κύμα με μια αυλή με τρία αρμυρίκια και μια ξεχαρβαλωμένη ψάθα για προφύλαξη. Στο άλλο μισό, ένα τσούρμο κορίτσια, από δεκαπέντε μέχρι δεκαεπτά, κόρες κι ανηψιές απ’ την Αθήνα που ξεκαλοκαίριαζαν στο Νησί. Από κοντά, ο επτάχρονος Ανδρέας, «το στερνοπούλι μας» τον έλεγε η Αγαθή, η μάνα του. Μας τράταρε ουζάκι με ελιές και ξινοτύρι κάτω απ’ την ψάθα. «Θα την φτιάξω, αύριο-μεθαύριο, τη σακάτεψε ο αέρας» βεβαίωνε ο Θωμάς. Δυό βδομάδες τώρα, ούτε που την έχει ακουμπήσει, η ψάθινη σκεπή σέρνεται τ’απογέματα που η μπουκαδούρα δροσίζει την αυλή κι ο μικρός Ανδρέας όλο και σφίγγει το σκοινί που κρατάει την άκρη της στο κοντινότερο δεντράκι. Τόσες μέρες αυτό δε μ’ενόχλησε ποτέ: ήταν σαν το σήμα κατατεθέν του νησιού, μια ψάθα να σέρνεται στην αυλή, σα σύννεφο που κατέβηκε να σε χαϊδέψει. Τα πραγματικά σύννεφα μαζεύονταν κάθε τρεις-τέσσερεις μέρες, άδειαζαν το νερό τους στο κεφάλι μας κι εξαφανίζονταν αστραπιαία. Καμιά φορά είχε κι αστραποβρόντια. Αυτά τα μπουρίνια δεν τα είχα προβλέψει, το φούτερ μου έσταζε την πρώτη φορά που τόλμησα να βγω να χαζέψω τη γκρίζα θάλασσα καθώς υποχωρούσε η μπόρα. Ο Θωμάς μου έφερε μια παλιά νιτσεράδα του, κίτρινη, μου ερχόταν λίγο στενή. Στο εξής, έβαζα την κουκούλα και περπάταγα σκυφτός, χωρίς να την κουμπώνω. Όταν έφτανα στο μώλο, δίπλα στο περίπτερο, κατέβαζα την κουκούλα κι άφηνα τη βροχή να με λούσει. Ο λιμενικός με κύτταζε απ’ τον καφενέ απορημένος. Ποτέ δεν με ρώτησε όμως γιατί. Ίσως κατά βάθος να ήξερε.

Κανείς δεν έμενε πάνω από τέσσερεις μέρες στο Νησί, το αργότερο δηλαδή μέχρι το δεύτερο πλοίο. (Εξαιρούνταν οι ενωμοτίες ναυτοπροσκόπων που στήνανε κατασκηνώσεις για δυό ή και τρεις βδομάδες πίσω απ’ τον Προφήτη Ηλία, στο λιβάδι.) Τέτοια πυκνά δρομολόγια είχε μόνο το κατακαλόκαιρο, βεβαίωνε η κυρά-Αγαθή. «Το χειμώνα μας αφήνουν στη μοίρα μας, βάρδα μην αρρωστήσεις κι είσαι γέρος.» Δεν είχε πικρία στη φωνή της, ήταν συμφιλιωμένη με τα δεδομένα της ζωής στο Νησί της. Αυτή δεν έφευγε, ο αδερφός της ήταν στην Αθήνα κι είχε ρίξει μαύρη πέτρα. Τις κόρες όμως τις έστελνε στην αδερφή του, ανελλιπώς, κάθε καλοκαίρι. Ως πότε; Τα κορίτσια ήτανε πλέον γυναίκες, παρεκτός κάποιες τεχνικές λεπτομέρειες ίσως. Τη Ν., τη μικρότερη ανηψιά, πρασινομάτα και τσαχπίνα, την είχα πιάσει να με καρφώνει κανά-δυό φορές, μα γύριζε αλλού ντροπιασμένη σα μ’έπαιρνε είδηση πως τη βλέπω. Παληκάρια της προκοπής δεν υπήρχαν: όλα ήταν στη Λέσβο, σε δουλειές. Ο λιμενικός μάταια έκανε τα γλυκά μάτια στη μεγάλη κόρη – δεν είχε ελπίδα, το κορίτσι ήταν ακόμα απονήρευτο και χαζορομαντικά ονειρευόταν τηλεοπτικούς αστέρες. Και να μην ήταν έτσι όπως θεωρούσα εγώ, η Αγαθή ήταν κέρβερος με τις μικρές. Το μάτι της έφτανε ως και στην άλλη πλευρά του νησιού, που ήταν οι απάνεμες παραλίες, και το μάτι είχε όνομα: Ανδρέας. Δασκαλεμένος απ’τη μάνα του, αποτελούσε τον καλύτερο φύλακα άγγελο για αδερφές και ξαδέρφες. (Η Χ. χαμογελάει καθώς το χτυπάει αυτό στο πισί: τα μάγουλά της κοκκινίζουν, το αδύνατο κορμί της γέρνει στο πλάι να μη τη δώ που γελάει πνιχτά. Δεν την έχω πείσει πως δεν είμαι δημοσιογράφος και ίσως περιμένει να δει τη φωτογραφία της σε κάποιο περιοδικό, έστω και του χρόνου. «Τη Λήμνο την έχουνε στο Πάσπορτ,» μου λέει, «τα κάνει μια κυρία απ’ την Ετένα». Γιατί όχι και το δικό τους Νησί; Γιατί όχι κι αυτήν;) Γιατί όχι.

Το τραύμα μου με πονάει, η Χ. είναι ανήσυχη, της λείπει το παιχνίδι στη θάλασσα κι η αιτία είμ’ εγώ. Αποφασίζω να τη διώξω, «είστε σίγουρος κύριε Κώστα» ρωτάει γλυκά, ναι, θα δοκιμάσω μόνος μου, ας ελπίσουμε πως δε θα κοπεί το ρεύμα νωρίς σήμερα, το αριστερό μου χέρι θα είναι αργό αλλά οι σκέψεις μου έχουν ήδη προσαρμοστεί στους ρυθμούς εδώ και παίζουν σλόου μόσιον, η Χ. σηκώνεται, κάνει Αποθήκευση και βγαίνει στον ήλιο.

Είναι πολύ δύσκολο να πληκτρολογήσεις οτιδήποτε μόνο μ’ ένα δάχτυλο. Και μάλιστα του αριστερού χεριού.