Τραυματισμένη Πανσέληνος

Στριφογυρίζω στην πάνινη πολυθρόνα προσπαθώντας να βολευτώ: οι επίδεσμοι στο δεξί μου μπράτσο μ’ενοχλούν αφάνταστα, η ωμοπλάτη μου -γδαρμένη και ιωδιωμένη- καίει. Δε νοιώθω σχεδόν ολόκληρη την πληγωμένη μεριά του κορμιού μου. Σφίγγω τα δόντια και μισοκλείνω τα μάτια. Δίπλα μου, η Χ., κοντά δεκαπέντε χρονών, πληκτρολογεί αυτό το κείμενο καθ’υπαγόρευση. Είναι η πιό μικρή απ’τη νεανική παρέα που διακρίνω να τσαλαβουτάει στο βάθος, στην παραλία, και η μόνη που ντράπηκε να μου αρνηθεί τη χάρη. Το πισί του πατέρα της, ένα αρχαίο ΙΒΜ υπό κατάρρευση, είναι ίσως το μοναδικό στο Νησί. Ο Θωμάς, ο πατέρας της, μηχανικός στα καράβια ως πριν οκτώ χρόνια που αναγκάστηκε να δέσει εδώ, προφανώς για πάντα, μου υποσχέθηκε πως θα καταφέρουμε να συνδεθούμε στο δίκτυο αργότερα απόψε. Οι γραμμές είναι της πλάκας. Σήμερα μ’ενοχλεί αυτό, τα πάντα μ’ενοχλούν. Όταν αποβιβαζόμουνα, δεκατέσσερεις μέρες πριν, στο βράχο αυτό στη μέση του βόρειου Αιγαίου αποζητώντας μια ιδανική καλοκαιρινή απομόνωση, δεν είχα ανάγκη από καμιά δυνατότητα επικοινωνίας. Δεν πίστευα πως θα χρειαζόμουν τίποτα περισσότερο από μια σάκκα βιβλία, λίγα ρούχα, δυό μαγιώ και τσιγάρα. Και το ημερολόγιο μου. Το πανόδετο, με τα υποκίτρινα φύλλα. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, άφησα πίσω μου κινητά, φορητό και όλα τα ψηφιακά καλούδια που με βαραίνουν συνήθως. Άφησα πίσω μου ακόμα και την Ελ. που, χωρίς να το καταλάβει μάλλον, φόρτωσε παιδιά και μπαγκάζια για Σύβοτα πιστεύοντας πως σύντομα θα ήμουνα κοντά τους. Της έστειλα ένα μήνυμα και μια ευχή – ραντεβού το Σεπτέμβριο. Οι γραμμές της Σαμοθράκης με άφησαν τρία βήματα πίσω απ’ το τέρμα τους.

«Έχει γίνει μόδα να μας επισκέπτονται πρωθυπουργοί τελευταία,» μου κουτσοχαμογέλασε ο Θωμάς όταν ταχτοποιήθηκα στο δωμάτιο. «Δεν είσαι τίποτα πρωθυπουργός, ε;» συμπλήρωσε, κι έσκασε στα γέλια. Δεν είμαι πρωθυπουργός, χαμογέλασα κι εγώ. Νοίκιαζε το μισό σπίτι του σε ξεμοναχιασμένους τουρίστες, ένα ψαρόσπιτο σχεδόν πάνω στο κύμα με μια αυλή με τρία αρμυρίκια και μια ξεχαρβαλωμένη ψάθα για προφύλαξη. Στο άλλο μισό, ένα τσούρμο κορίτσια, από δεκαπέντε μέχρι δεκαεπτά, κόρες κι ανηψιές απ’ την Αθήνα που ξεκαλοκαίριαζαν στο Νησί. Από κοντά, ο επτάχρονος Ανδρέας, «το στερνοπούλι μας» τον έλεγε η Αγαθή, η μάνα του. Μας τράταρε ουζάκι με ελιές και ξινοτύρι κάτω απ’ την ψάθα. «Θα την φτιάξω, αύριο-μεθαύριο, τη σακάτεψε ο αέρας» βεβαίωνε ο Θωμάς. Δυό βδομάδες τώρα, ούτε που την έχει ακουμπήσει, η ψάθινη σκεπή σέρνεται τ’απογέματα που η μπουκαδούρα δροσίζει την αυλή κι ο μικρός Ανδρέας όλο και σφίγγει το σκοινί που κρατάει την άκρη της στο κοντινότερο δεντράκι. Τόσες μέρες αυτό δε μ’ενόχλησε ποτέ: ήταν σαν το σήμα κατατεθέν του νησιού, μια ψάθα να σέρνεται στην αυλή, σα σύννεφο που κατέβηκε να σε χαϊδέψει. Τα πραγματικά σύννεφα μαζεύονταν κάθε τρεις-τέσσερεις μέρες, άδειαζαν το νερό τους στο κεφάλι μας κι εξαφανίζονταν αστραπιαία. Καμιά φορά είχε κι αστραποβρόντια. Αυτά τα μπουρίνια δεν τα είχα προβλέψει, το φούτερ μου έσταζε την πρώτη φορά που τόλμησα να βγω να χαζέψω τη γκρίζα θάλασσα καθώς υποχωρούσε η μπόρα. Ο Θωμάς μου έφερε μια παλιά νιτσεράδα του, κίτρινη, μου ερχόταν λίγο στενή. Στο εξής, έβαζα την κουκούλα και περπάταγα σκυφτός, χωρίς να την κουμπώνω. Όταν έφτανα στο μώλο, δίπλα στο περίπτερο, κατέβαζα την κουκούλα κι άφηνα τη βροχή να με λούσει. Ο λιμενικός με κύτταζε απ’ τον καφενέ απορημένος. Ποτέ δεν με ρώτησε όμως γιατί. Ίσως κατά βάθος να ήξερε.

Κανείς δεν έμενε πάνω από τέσσερεις μέρες στο Νησί, το αργότερο δηλαδή μέχρι το δεύτερο πλοίο. (Εξαιρούνταν οι ενωμοτίες ναυτοπροσκόπων που στήνανε κατασκηνώσεις για δυό ή και τρεις βδομάδες πίσω απ’ τον Προφήτη Ηλία, στο λιβάδι.) Τέτοια πυκνά δρομολόγια είχε μόνο το κατακαλόκαιρο, βεβαίωνε η κυρά-Αγαθή. «Το χειμώνα μας αφήνουν στη μοίρα μας, βάρδα μην αρρωστήσεις κι είσαι γέρος.» Δεν είχε πικρία στη φωνή της, ήταν συμφιλιωμένη με τα δεδομένα της ζωής στο Νησί της. Αυτή δεν έφευγε, ο αδερφός της ήταν στην Αθήνα κι είχε ρίξει μαύρη πέτρα. Τις κόρες όμως τις έστελνε στην αδερφή του, ανελλιπώς, κάθε καλοκαίρι. Ως πότε; Τα κορίτσια ήτανε πλέον γυναίκες, παρεκτός κάποιες τεχνικές λεπτομέρειες ίσως. Τη Ν., τη μικρότερη ανηψιά, πρασινομάτα και τσαχπίνα, την είχα πιάσει να με καρφώνει κανά-δυό φορές, μα γύριζε αλλού ντροπιασμένη σα μ’έπαιρνε είδηση πως τη βλέπω. Παληκάρια της προκοπής δεν υπήρχαν: όλα ήταν στη Λέσβο, σε δουλειές. Ο λιμενικός μάταια έκανε τα γλυκά μάτια στη μεγάλη κόρη – δεν είχε ελπίδα, το κορίτσι ήταν ακόμα απονήρευτο και χαζορομαντικά ονειρευόταν τηλεοπτικούς αστέρες. Και να μην ήταν έτσι όπως θεωρούσα εγώ, η Αγαθή ήταν κέρβερος με τις μικρές. Το μάτι της έφτανε ως και στην άλλη πλευρά του νησιού, που ήταν οι απάνεμες παραλίες, και το μάτι είχε όνομα: Ανδρέας. Δασκαλεμένος απ’τη μάνα του, αποτελούσε τον καλύτερο φύλακα άγγελο για αδερφές και ξαδέρφες. (Η Χ. χαμογελάει καθώς το χτυπάει αυτό στο πισί: τα μάγουλά της κοκκινίζουν, το αδύνατο κορμί της γέρνει στο πλάι να μη τη δώ που γελάει πνιχτά. Δεν την έχω πείσει πως δεν είμαι δημοσιογράφος και ίσως περιμένει να δει τη φωτογραφία της σε κάποιο περιοδικό, έστω και του χρόνου. «Τη Λήμνο την έχουνε στο Πάσπορτ,» μου λέει, «τα κάνει μια κυρία απ’ την Ετένα». Γιατί όχι και το δικό τους Νησί; Γιατί όχι κι αυτήν;) Γιατί όχι.

Το τραύμα μου με πονάει, η Χ. είναι ανήσυχη, της λείπει το παιχνίδι στη θάλασσα κι η αιτία είμ’ εγώ. Αποφασίζω να τη διώξω, «είστε σίγουρος κύριε Κώστα» ρωτάει γλυκά, ναι, θα δοκιμάσω μόνος μου, ας ελπίσουμε πως δε θα κοπεί το ρεύμα νωρίς σήμερα, το αριστερό μου χέρι θα είναι αργό αλλά οι σκέψεις μου έχουν ήδη προσαρμοστεί στους ρυθμούς εδώ και παίζουν σλόου μόσιον, η Χ. σηκώνεται, κάνει Αποθήκευση και βγαίνει στον ήλιο.

Είναι πολύ δύσκολο να πληκτρολογήσεις οτιδήποτε μόνο μ’ ένα δάχτυλο. Και μάλιστα του αριστερού χεριού.

Advertisements

Δημοσιεύθηκε από

nootropia

Better shine than reflect.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s