…πάλι εμείς την πήραμε την ψωλιά…

Η Μαρία, παλαιόθεν καλή φίλη της Νίκης, έπεσε θύμα ταξικού βιασμού. Ιδού η ιστορία της, όπως μου την μετέφερε η Νίκη ένα βράδυ που δεν έβρεχε και πίναμε εξαιρετικό κρασί στην Ενοτέκα, στη Λεωφόρο Πεντέλης, κάτω απ’ το άγρυπνα θυμωμένο βλέμμα του Κώστα Τ., ιδιοκτήτη της κάβας και οινο-φιλ, καθώς το γέλιο της Νίκης συναγωνίζεται σε πολλές περιπτώσεις αυτό του vague tourist και τάραζε άγαρμπα την ηρεμία της νύχτας (και των υπολοίπων πελατών, βεβαίως).

Γυρνώντας απ’ τις καλοκαιρινές διακοπές στα πατρογονικά κτήματα της κάτω Αχαϊας (εκεί, κατά Ακράτα μεριά απ’ ότι κατάλαβα), η Μαρία, δυναμική, εύμορφη και ανεξάρτητη αρχαιολόγος, «ξεφορτώθηκε» στον υπέροχο και πεντακάθαρο χώρο του Σταθμού Υπεραστικών Κηφισού (στα ΚΤΕΛ δηλαδή). Αναθεματίζοντας, ενδόμυχα, την έλλειψη Ι.Χ. αυτοκινήτου, αποτέλεσμα του μισθολογικού στάτους της στο ΥΠ.ΠΟ αφενός και του γαϊδουρινού πείσματος του πατέρα της (μετά την καταστροφή στη «Μάχη των ΕΛΔΕ» το ’99) να μην ξαναπουλήσει ούτε κοτέτσι μέχρι να πεθάνει αφετέρου, μάζεψε τα ταπεινά της υπάρχοντα (τρεις ευμεγέθεις μπόγους με εφόδια για το χειμώνα, που είχε ετοιμάσει η μάνα της) και κίνησε προς την πιάτσα των ταξί.

Προς στιγμήν αναρωτήθηκε αν είχε πέσει σε ρέιβ πάρτι, το οποίο λόγω καύσωνος είχε μεταφερθεί στο υπόστεγο του Κηφισού. Πλήθη κόσμου, αλλαλάζοντα και αλλόφρονα, χοροπηδούσαν γύρω απ’ την ουρά των ταξί τα οποία έχασκαν, με τις πόρτες ορθάνοιχτες και τα ραδιοσιντί να παίζουν σε μία τουλάχιστον περίπτωση «τσίτα», σαν περίεργα κιτρινοβρώμικα μηχανικά έντομα – ενώ οι ιδιοκτήτες, οι σωφεράντζες, οι τάξερμεν τέλος πάντων, παρατηρούσαν τους προσκυνητές με βλέμμα εννιακοσίων εικοσιέξη καρδιναλίων και είτε ρούφαγαν τη φραπεδιά τους από πλαστικό πολλών χρήσεων (σετάκι με ειδικό δαχτυλίδι στο ταμπλώ), είτε μούγκριζαν μεταξύ τους για τις μεταγραφές του Σόλιντ. -Αγία Βαρβάρα! -Αγιατριάδα!! – Αγιοστέφανο!!! – Ίλιον, Ίλιον, έσκουζαν τα πλήθη και σήκωναν τα χέρια τους σα μαθητούδια του δημοτικού που κατουριούνται και επιζητούν το βλέμμα της δασκάλας να τους επιτρέψει την έξοδο απ’ την τάξη. Η Μαρία τα έχασε προς στιγμήν, αμέσως όμως συνειδητοποίησε την αιτία του πανικού: δεν ήταν θρησκευτική κατάνυξη και επίκληση αγίων, απλά τροχονόμος γιοκ! Η απουσία «οργάνου» -προφανώς λόγω του προκεχωρημένου του Αυγούστου- επέτρεπε στους συμπαθείς βιοπαλαιστές να κάνουν πάρτι. Αναθεματίζοντας τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή που απέρριψε το δίκαιο αίτημα της Ελλάδας για ετήσια τέλεση των Αγώνων στη γενέτειρά τους, η Μαρία έκλεισε τα μάτια και νοερά θυμήθηκε τη στολή της Εθελόντριας που φορούσε ένα χρόνο πριν, το θεληματικό χαμόγελο (και πηγούνι) της Γιάννας Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη, την ευρωπαϊκού επιπέδου τάξη που επικρατούσε στην πόλη, τα πυκνά δρομολόγια των αστικών -δωρεάν για εθελοντές και θεατές- αλλά κυρίως τον βολλεϋμπολίστα απ’ την Ακτή Ελεφαντοστού που της είχε χαρίσει ένα πενθήμερο καφτού, καυλιάρικου σεξ και, φεύγοντας, ένα κομμάτι ελεφαντόδοντο να! (με το συμπάθειο) να τον θυμάται φορέβερ. Σκατά. Έπρεπε να επιβιβαστεί, τα βούτυρα κινδύνευαν να λυώσουν και το στομάχι της την ειδοποιούσε ότι μισό κιλό ελιές και ένα ολόκληρο καρπούζι για πρωϊνό δεν ήταν τελικά τόσο καλή ιδέα, αν και ακουγόταν όντως διαιτητική.

Όταν πλησίασε στο πρώτο όχημα, το πλήθος, υπακούοντας στους Νόμους της Προσφοράς και της Ζήτησης Θέσεων Ταξί όπως τις έχει καταγράψει ο Άνταμ Σμιθ και ερμηνεύσει ο Καρλ Μαρξ, είχε αραιώσει αρκετά. Ο ταξιτζής, ένας κοντός με μεγάλα αυτιά και βρώμικα ρέιμπαν, άκουσε το «Αιγάλεω» που αυτή ψέλλισε ξέπνοα και απλά γύρισε το κεφάλι του αλλού. Έκανε δυό βήματα προς τον δεύτερο, που είχε ήδη επιβιβάσει μια γριούλα και χαζομιλούσε με τον τρίτο: ήταν προφανές πως σχολίαζαν τα μπούτια μιας ξανθιάς που χοροπηδούσε τσιρίζοντας «Ίλιον! Ίλιοοον!!» – χωρίς όμως να απευθύνεται σε κάποιον συγκεκριμένα. «Αιγάλεω?» ξαναψέλλισε ερωτηματικά η Μαρία. Στο τρίτο «Αιγάλεω» ο τάξερμαν εδέησε να την κυττάξει και -ω, του θαύματος!- να απαντήσει: «Δε βλέπεις μανταμίτσα, Γηροκομείο πάμε..» καρφώνοντας το βλέμμα του στη μαυροφορεμένη γραία εντός του ταξί, upon which ο συνάδελφός του έριξε ένα μοχθηρό γέλιο φυσώντας καπνό από τσιγάρο, ένα μπλεντ Μπασμά, Ανατολικών και Βιρτζίνια. (Δεν σας έχω πει πως η Μαρία σιχαίνεται το κάπνισμα.) Χωρίς καν πρώτη σκέψη προχώρησε προς το επόμενο, τέταρτο και προς στιγμήν προτελευταίο κιτρινόχημα. Ο οδηγός του εν λόγω, καθιστός στο βολάν, μιλούσε χαμηλόφωνα στο κινητό του. Οσμιζόμενη ευκαιρία και ενώ το στομάχι της εξέπεμπε την πολλοστή προειδοποίηση εκκένωσης, η Μαρία σχημάτισε τη λέξη «Αιγάλεω» χωρίς να την εκφέρει. Ο ταξιτζής σήκωσε το χέρι του σε μια χειρονομία που κάποιοι θα την εκλάμβαναν ως «τι είπες?» και κάποιοι άλλοι ως «έμπα μέσα». Η Μαρία τάχθηκε αυθορμήτως στη δεύτερη κατηγορία και, σε κλάσματα δευτερολέπτου, έχωσε τους μπόγους στο χάσκον πορτ-μπαγκάζ. «Ωωωπα, ώωωπα,» έκανε ο τάξερμαν βγαίνοντας ενώ ακόμη δεν είχε κλείσει το κινητό: το κρατούσε με το δεξί στο αυτί του. «Πού πάμε δεσποινίς?» ρώτησε. Η Μαρία είπε ξανά «Αιγάλεω» ανοίγοντας όμως την πόρτα και πετώντας την τσάντα της μέσα. Ύστερα, έχωσε το πόδι της και το αριστερό της κωλομέρι. «Δε σε πήραν οι άλλοι?» ρώτησε ο ψιλο-άναυδος κιτρινιάρης. Ήταν φαίνεται λάτρης των ρητορικών ερωτήσεων, αφού η απάντηση ήταν προφανής. «Όχι,» απάντησε παρά ταύτα η Μαρία, ολοκληρώνοντας την είσοδο της στο πίσω κάθισμα. Πήρε την τσάντα της αγκαλιά, πιο πολύ ως σιγαστήρα κατά άλλης μίας στομαχικής προειδοποίησης. Έσφιξε τα χείλια, ένας μορφασμός πόνου. «Να σου πω τι, κοπελιά» προσέγγισε ο ταξάρας, σκύβοντας απ’ το παράθυρο του οδηγού. «Θα πάρεις τηλέφωνο το εκατό και θα το αναφέρεις αυτό, είναι παράνομο.» Η Μαρία διπλώθηκε πάνω στη τσάντα της – απ’ τον πόνο, σιγά μη γελούσε με τις μαλακίες που άκουγε. «Πρέπει να σε πάρουν, ακούς?» Ο μορφασμός της πάντως επέδρασε καταλυτικά στον ταρίφα. Παίρνοντας το απόφαση ότι δεν θα τη ξεφορτωνόταν εύκολα, φώναξε ένα «Αιγάλεω κανείς?» στον περίγυρο, εισπράτοντας ειρωνικά μειδιάματα των συναδέλφων του και την παντελή (ή μήπως βαγγελή?) αδιαφορία του επιβατικού κοινού: ως φαίνεται, κανείς δεν πήγαινε στο διαολότοπο.

Βάζοντας μπροστά τη μηχανή, ο ταρίφας προσπέρασε τα προσταθμευόμενα ταξί σπινιάροντας, λες και ξαφνικά βιαζόταν αλλά μάλλον με σκοπό να τους μποχίσει με άκαφτο πετρέλαιο. Η Μαρία είχε αρχίσει να τραγουδάει (από μέσα της), προσπαθώντας να καθυστερήσει το τσιρλί με μια παλιά ινδιάνικη συνταγή που είχε διαβάσει μικρή σ’ ένα τεύχος «Μικρού Καουμπόι» του ξαδέρφου της, του Σάκη. Πραγματικά, συνήρθε κάπως, κόντεψε να τσακίσει όμως τα (κάτασπρα) δόντια της στο προσκέφαλο του μπροστινού καθίσματος όταν ο ταρίφας φρέναρε απότομα για ν’ αποφύγει το ξανθό μπούτι που εξακολουθούσε να τσιρίζει «Ίλιον! Ίιιιλιοοοον!!» χοροπηδώντας ανέμελα στο οδόστρωμα. «Τμπανγκραντίας..τσούρδ’..» γρύλισε, σχεδόν φτύνοντας. «Μμαλάξοδήμαρχοσσγμώτμ..Ίλιον-Ίιιλλιοοον,» μιμήθηκε την ξανθιά ανεπιτυχώς. Μόλις την προσπέρασε, σα να θυμήθηκε κάτι κι έβγαλε το κεφάλι του απ’ το παράθυρο ουρλιάζοντας «Άνωλλιόσσα μωρήηηη… άνωλλιόοσσσαααα…» Διατράνωσε έτσι τη πολιτική του θέση κατά του «Καποδίστρια», κερδίζοντας ένα μειδίαμα απ’ τη Μαρία, αυθόρμητο, το οποίο αυτός κατέγραψε στο καθρεφτάκι του. Μετά, γκάζωσε προς το φανάρι της Αθηνών και, στο πράσινο, έστριψε απότομα δεξιά.

Η Μαρία είχε αποφασίσει να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της ό,τι κι αν άκουγε. Προείχε να φτάσει το δυνατόν συντομώτερα στο σπίτι της και να θρονιαστεί στη χέστρα. Πήρε μερικές βαθειές αναπνοές, πράγμα που της θύμησε ότι ο αέρας της πρωτεύουσας είναι πλουσιότερος αυτού της Ακράτας σε μονοξείδιο του θείου, της θείας και όλων των ξαδερφιών της. Μετά, άρχισε να χαλαρώνει. Ευτυχώς δεν είχε κίνηση. Παρ’ όλ’ αυτά, ο ταξάρας το πήγαινε ρελαντί το μηχάνημα, τους προσπέρναγαν μάλιστα διάφοροι άλλοι κιτρινιάρηδες, χωρίς επιβάτες, οι οποίοι χαιρέταγαν τον «δικό» της. Η Μαρία συγκεντρώθηκε, ένας οξύς ήχος διέκοψε τις σκέψεις της, μια ακατάληπτη γλώσσα: το σι-μπι. Ο ταξάρας πήρε το μικρόφωνο και απάντησε στο ακατάληπτο μήνυμα – «Αιγάλεω ρε μαλάκα… πάλι εμείς την πήραμε την ψωλιά…»

Ακριβώς έντεκα δευτερόλεπτα χρειάστηκε ο εγκέφαλος της Μαρίας για να επεξεργαστεί την πρόταση και να συνειδητοποιήσει ότι η κάπως γνώριμη λέξη αναφερόταν σ’ αυτήν. Τέντωσε το χέρι της στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου (αλλά δεν τον άγγιξε, τον λέρα) και ούρλιαξε «Αυτό ήταν! Σταματήστε αμέσως! Αμέσως να κατέβω! – δεν θα ανεχτώ! – δεν..» Εν μέσω τριγμών και περιπαιχτικών συριγμών του σι-μπί, ο ταρίφακινγκ γύρισε ελαφρά προς τα πίσω και ανθυπομειδιών (ακριβώς αυτό έκανε, ορκίζομαι) της έσκασε ένα «Θα κατεβείς κοπελιά? Τώρα που γίναμε φιλαράκια? Αιγάλεω δεν πας?»

Για την ιστορία: Η Μαρία δεν χέστηκε πάνω της, πρόλαβε να ενθρονιστεί. Η λέξη «ψωλιά» αφορά κούρσες ανεπιθύμητες, προς περιοχές όπου ο τάξερμαν είναι καταδικασμένος να γυρίσει άδειος, αφού κάψει κάμποσα καύσιμα ψάχνοντας. Οι ταξιτζήδες είναι όλοι σχεδόν Ολυμπιακοί. Ο παππούς μου, αξιωματικός του Ιππικού στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο και πρόσκαιρα αιχμάλωτος των ασκεριών του Κεμάλ, υπήρξε συνέταιρος σε μια απ’ τις πρώτες εταιρίες ταξί της Θεσσαλονίκης, το 1926. Τα έχασαν όλα τα χρόνια του μεγάλου κραχ. Επόμενη διάσημη ιδιοκτήτρια πολλών ταξί ήταν η αείμνηστη Αλίκη Βουγιουκλάκη.

Advertisements

Δημοσιεύθηκε από

nootropia

Better shine than reflect.

5 thoughts on “…πάλι εμείς την πήραμε την ψωλιά…”

  1. Πραγματικά πολύ καλή περιγραφή και με ωραίο (δηλαδή παρόμοιο με το δικό μου) χιούμορ…
    Με κέρδισε.

    Απλά θα ήθελα να πω ότι ο κόσμος θα ήταν υπέροχος αν όλα μας τα προβλήματα ήταν τέτοιου είδους.

  2. ήμουν έτοιμη να πώ «Γιατί καλέ τί έχει το Αιγάλεω?!?!?!» μέχρι που διάβασα την τελευταία παράγραφο. tnx που μας ενημερώνεις, διασκεδάζοντας μας 😛

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s