Μυρίζω και θυμάμαι

Βγαίνω από το διαμέρισμά μου. Τσιγαρίλα στο διάδρομο. Θυμάμαι αμέσως τη λιποθυμία που μου ‘ρχόταν όταν ήμουν μικρή κι έμπαινα στο αυτοκίνητο ενός θείου μου, μανιακού καπνιστή. Μετά από λίγα χρόνια, ήρθα κι εγώ στη θέση του. Τώρα χαμογελώ υπεροπτικά γιατί θυμάμαι την Ν. που με ρώτησε χτες:

Και δηλαδή πώς σου φαίνεται τώρα που καπνίζω εγώ; Σκέφτεσαι ας πούμε ‘την κακομοίρα‘ ή κάτι τέτοιο;

Μπα, απλά αισθάνομαι πολύ ανώτερή σου. Λέω στον εαυτό μου ‘να, έτσι ήσουν‘…

(κόπηκε στη λογοκρισία)

Μπαίνω στο ασανσέρ. Οσμή ψαριού σε αποσύνθεση. Πιέζω τον διακόπτη του εξαερισμού και κρατάω την αναπνοή μου μέχρι να φτάσω στο ισόγειο. Από αντίδραση, φέρνω στον νου μου τον Άγιο Κωσταντίνο Φθιώτιδας, την εικόνα του αυτοκινήτου μου με τα παράθυρα ανοιχτά να περνά με ταχύτητα μπροστά από το καράβι που ετοιμάζεται να αναχωρήσει για τη Σκόπελο, και τις μυρωδιές από αλάτι και ιώδιο να θρέφουν πλουσιοπάροχα τα αχόρταγα πνευμόνια μου.

Περπατώ προς το σταθμό του ηλεκτρικού. Ευχάριστο άρωμα από αρωματικά Ινδικά «στικ» πλανάται στον αέρα. Σε δευτερόλεπτα γυρίζω χρόνια πίσω, όταν έμπαινα στο δωμάτιο της κοκκινομάλλας Αγγλίδας συγκατοίκου μου κάθε απόγευμα, να κάνουμε ένα τσιγάρο μαζί με τον καφέ, και να ανταλλάξουμε τα νέα της ημέρας μας από το Πανεπιστήμιο. O Kurt Cobain μας κοίταζε πάντα με την άκρη του ματιού του και μας τραγουδούσε το «Where did you sleep last night?» ξανά και ξανά.

Μπαίνω στο βαγόνι του ηλεκτρικού. Δίπλα μου ένας συμπαθητικός μεν, αλλά αχτένιστος κι αξύριστος κύριος, με βαρυά αναπνοή που μυρίζει έντονα αλκοόλ. Τα μάτια μισόκλειστα, η ισορροπία του εύθραυστη. Κάθεται στο πρώτο κάθισμα που αδειάζει. Φέρνω στο μυαλό μου τον παπά του χωριού μου 5-6 χρόνια πιο πριν. Ο δεσπότης τον είχε απειλείσει με αφορισμό άμα δεν τό ‘κοβε. Τη γιαγιά μου πάλι δεν την έμελε ιδιαίτερα.

Ψέλν’ ουραία πιδάκι μ’ αυτός…

Κατεβαίνω από τον ηλεκτρικό. Περνώ έξω από ένα χαμόσπιτο. Η νοικοκυρά μαγειρεύει, ένα σκυλί έχει πέσει φαρδυ-πλατύ και κοιμάται στην είσοδο της αυλής. Μυρωδιές από τσιγαριστό κρεμμυδάκι και κύβο Knorr διαχέονται στην ατμόσφαιρα, φτάνουν στα ρουθούνια μου και το βήμα μου επιταχύνεται – άτιμη δίαιτα. Μου έρχεται στο νου η ανηψιά μου.

Μμμμμ, νομίζω ότι πρέπει να πάμε σπίτι τώρα γιατί πείνασα πολύ,
και η ματιά της ακολουθούσε πλαγίως τον πλανόδιο πωλητή με τα σουβλάκια που περνούσε εκείνη την ώρα έξω από την παιδική χαρά.

Κοντεύω σχεδόν να φτάσω στη δουλειά και μυρίζω βερνίκι. Ρίχνω μία ματιά τριγύρω, ο κυρ-Κώστας έχει βγάλει έξω ένα καινούργιο τραπέζι που του έχουν παραγγείλει και το περνάει προσεκτικά με ένα χέρι λούστρο. Η μυρωδιά αλλάζει. Μετατρέπεται σε μυρωδιά λαδιού ανακατωμένο με νέφτι, μετά βλέπω γύρω μου πινέλα, χρώματα, μουσαμάδες και χρωματιστά πανιά πεταμένα παντού. Ωραία ήταν τότε που μαζευόμασταν στη σχολή και ζωγραφίζαμε με τις ώρες… Και κείνον τον δάσκαλο, τον κ. Ψαράκη ποτέ μου δεν θα τον ξεχάσω – αγαπιόμασταν πολύ. Με άφηνε να κάτσω και να ζωγραφίζω μέχρι το βράδυ, με το τμήμα των μεγάλων, εκεί που πήγαινε και η μαμά μου μαζί με τις φίλες της.

Υπεροψία.
Ελευθερία.
Φιλία.
Πίστη.
Ζήλεια.
Θαυμασμός.

Να δεις τελικά που και η ευτυχία… κι αυτή έχει τη μυρωδιά της. 🙂

Advertisements

3 σκέψεις σχετικά με το “Μυρίζω και θυμάμαι”

  1. Καλά, ε, έπαθα πλάκα…Ξεκίνησα να διαβάζω και χωρίς να έχω δει ακόμη ποιος ανέβασε το κείμενο, είπα: «Κοίτα να δεις, που είναι της mindstripper!». Και είχα δίκιο…Που σημαίνει, πως έχεις ένα δικό σου μοναδικό στυλ, ξεχωριστό. Δεν θυμίζεις κανέναν, δε μοιάζεις με κανέναν. Μοιάζεις μονάχα στη mindstripper! Φιλια!

  2. Aχ, έτσι είναι όπως το θέτεις…

    Η μνήμη μπορεί – ως ένα βαθμό – να ‘μπλοκαριστεί’ από τον εγκέφαλο για να μη πονάει τόσο πολύ η θύμηση, αλλά οι υπόλοιπες αισθήσεις δε συμβιβάζονται.

    Σκέφτομαι μια συγκεκριμένη μυρωδιά που ονομάζω ‘αρχή καλοκαιριού των εφηβικών χρόνων, στη στάση του τρόλλευ στη Νέα Σμύρνη’. Ξέρω, δε θα ‘πούλαγε’ σε πολλούς, αλλά εγώ τη νιώθω ακόμα μέσα μου, 10+ χρόνια μετά και σφίγγεται η καρδιά μου! (Για να μη μιλήσω για ανθρώπους που αγάπησες και που τη μυρωδιά τους κουβαλάς ακόμα μέσα σου ή τα πόδια σου κόβονται αν μπεις σε κανά Hondo και σε ψεκάσουν με την εν λόγω κολώνια…)

  3. Καλή μου Άρτεμη, πόσους τόνους Μυρτώ θέλεις να σου φέρω; (τέτοιος λόγος προερχόμενος από σένα, είναι μεγάλο δώρο) 🙂

    De(e)lumina, κι εγώ κάτι παρόμοιο σκεφτόμουν. Η όσφρηση γενικώς είναι υποτιμημένη σαν αίσθηση, ενώ τα συναισθήματα που μπορεί να μας προκαλέσει είναι εξ’ ίσου δυνατά και έντονα όσο αυτά που προκαλούνται από τις υπόλοιπες αισθήσεις μας. Μπουκαλάκια είμαστε κι εμείς σαν κι αυτά στον Χόντο, αλλά το καθένα, όπως τό ‘πες, δεν «πουλάει» σε πολλούς. 😉

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s