Ελαφρύ το χώμα, λένε…

Δε θέλω να τα ρίξω στον enteka, δε φταίει το παιδί, μια μερίδα θλίψης πήγε να εκφράσει με αναμνήσεις που σχεδόν δεν έχει… Από ένα απλό post, όμως, φτάσαμε και πάλι στα δημοσιεύματα, τις συνηθισμένες «δανεικές» αναδημοσιεύσεις, τους αντίλογους, τις κόντρες και τις ανταπαντήσεις. Λίγο σιχάθηκα, μα την αλήθεια. Δε με νοιάζει όταν έχει να κάνει με ανθρώπους, το στομάχι μου έχει περάσει δοκιμασίες πολλές. Αλλά, διάβολε, όταν έχει να κάνει με ανθρώπους που φύγανε, κάπου με βρίσκει ένας πόνος μέσα…

Η Μαλβίνα ήταν ίσως ο πρώτος άνθρωπος του χώρου που είχε δηλώσει με εγκωμιαστικό τρόπο την εκτίμησή του για τη δουλειά μου, δημόσια. Εγώ δεν ήξερα ακόμη αν έχω κανένα «ταλέντο» κι ούτε μπορούσα να βρω έναν τρόπο ν’ αντιδράσω. Έβγαινε σ’ εκείνη την εκπομπή με τον καθρέφτη στο Seven X τότε, οι περισσότεροι δεν ήξεραν ούτε ποια είναι κι απορούσαν για το όλο glam (στο πλαίσιο της ντόπιας χλίδας, ε;) των καλεσμένων της, κάποια στιγμή με κάλεσε να πάω να τη δω να τραγουδάει λαϊκά στην Πειραιώς, γνωριστήκαμε, πήγα και σπίτι της, βγήκαμε έξω κάποιες φορές, φαγητό και πάρλα, γέλια δυνατά, δεν κάθισε να δουλέψουμε μαζί αργότερα, στ’ αλήθεια δε με πείραξε, δεν ταίριαζε με τις δικές μου προτεραιότητες.

Δεν τη διάβαζα φανατικά, ούτε και καρφωνόμουν μπροστά από την τηλεόραση όποτε είχε Μαλβίνα. Σεβαστή η γυναίκα, πολύ μπροστά πάντοτε. Αλλά όχι μύθος. Τύπισσα. Απλά. Δε μπορώ να θυμηθώ λόγια της, δεν έχω ανάγκη ν’ αποστηθίσω τσιτάτα. Το μόνο που θυμάμαι είναι τα γέλια. Μια αύρα που ξεπερνούσε ακόμη και το πιο δυνατό τσιγαριλίκι που μπορεί να ρουφούσε με καύλα. Τα μαγειρέματά της, τα πειράγματα, τη φάση που περπατούσαμε στην παραλιακή και ρωτούσε τις κόρες αν τους αρέσει ο κώλος μου… Κουλαμάρες κι αδιακρισίες, αυθόρμητα πράγματα, στιγμές περαστικές. Δεν ξέρω αν θα ήθελα να θυμάμαι περισσότερα ή ν’ ανήκω στη μικρή «αυλή» της. Όχι πως είχε, ανεξάρτητος άνθρωπος ήταν περισσότερο. Νομίζω. Και το παρατρεχάμενο «αδελφάτο» που πάντα αναζητά τη μάνα του δεν ήταν ο κόσμος ο δικός μου. Περαστικός ήμουνα, δεν έγινε και τίποτα…

Πάγωσα όταν έμαθα για την αρρώστια. Στενοχωρήθηκα όταν έφυγε. Ξέρεις, η Μαλβίνα ήταν ο τύπος του ανθρώπου που δεν περιμένεις ν’ ακούσεις πως πέθανε μια ωραία πρωία, έτσι ξαφνικά. Της άξιζαν κι άλλα, καλύτερα. Σίγουρα. Στους άντρες, ίσως. Γιατί από ζωή, αλίμονο σε μας…

Αν δεν ήταν το post του enteka, σίγουρα δε θα θυμόμουν πως ήταν σαν τώρα. Αυτά είναι για τα βαμπίρ, ξέρεις τι εννοώ. Οι υπόλοιποι κρατάμε μονάχα αποκόμματα από τον άνθρωπο, εκλάμψεις από ώρες και στιγμές. Θολές στο χρόνο. Φορτισμένες από συγκίνηση κυρίως γιατί όσο περνάει ο καιρός απορείς όλο και περισσότερο για το που πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι όταν φεύγουν. Κι αν, τελικά, δεν έχει άλλο παρά το χώμα που τους σκέπασε, ε, ρε γαμώτο, αφήστε το να’ ναι ελαφρύ. Από πόσα μνημόσυνα της Μαλβίνας θα τρώει κόλλυβα όλο αυτό το media-κό αδελφομάνι; Φτάνει!

Υ.Γ. Έβαλα στο google «ελαφρύ το χώμα Μαλβίνα» και δεν έβγαλε τίποτα. Ειρωνεία.