Scream

Ετούτο το ΣΚ, πήγα στα πάτρια εδάφη, εκεί που σχεδόν νοιώθω τους ανθρώπους και τα μέρη πατρίδα μου. Τα πάτρια εδάφη μου, βρίσκονται στην περιοχή του νομού Φθιώτιδος και δη, της ευρείας περιοχής της πόλης της Λαμίας. Κι όταν λέμε ευρεία εννοούμε από την Πελασγία μέχρι τις Ράχες και την Αγιά-Μαρίνα, τον Καραβόμυλο και τη Στυλίδα, από τις Θερμοπύλες μέχρι τα Καμμένα Βούρλα, τον Άγιο Κωνσταντίνο και τις Λιβανάτες. Όταν είμασταν στην ηλικία των 18, τότε που πρωτοπήραν τα διπλώματα οδήγησης οι άντρες της παρέας, τρώγαμε όλους αυτούς τους δρόμους με το κουταλάκι, σαν σαντιγύ από γλυκό καραμέλλα. ‘Ηταν ωραίοι εκείνοι οι καιροί. Είμασταν παιδιά ανέμελα. Ακόμα δεν είχαμε γνωρίσει τον κόσμο και πολύ περισσότερο τους εαυτούς μας. Και είμασταν ωραίοι έτσι αφελείς και ανάλαφροι, με μόνη έγνοια στο μυαλό μας που θα πιούμε τον απογευματινό καφέ και σε ποιό μαγαζί θα βγούμε ν’ ακούσουμε τις ροκιές μας το βράδυ.

Μετά μεγαλώσαμε. Αρχίσανε τα προβλήματα, η ζωή μετά το σχολείο και το πανεπιστήμιο, οι άνθρωποι που μπαίνανε και βγαίνανε από τις ζωές μας, η αναζήτηση αυτού του καταραμένου inner self… Η πόλη στην οποία βρεθήκαμε και συνεχίσαμε να βρισκόμαστε, συνέχισε να είναι το σημείο αναφοράς μας κάθε τόσο, σε όποιο σημείο του ορίζοντα κι αν είμασταν χαμένοι, τα στέκια μας δεν αλλάζαν εύκολα γιατί μεγαλώναν μαζί με μας, οι άνθρωποι που βλέπαμε στο δρόμο παρέμεναν οι ίδιοι, πρόσωπα γνώριμα από το σχολείο, το φροντιστήριο, το γυμναστήριο.

Κι έτσι κάποια μέρα μάθαμε για τον αδερφό ενός συμμαθητή μας από το Γυμνάσιο.
Σκοτώθηκε ένα βράδυ λίγο έξω από τη Λαμία σε αυτοκινητιστικό.
Ύστερα μάθαμε και για κάποιον άλλον γνωστό, ακόμα πιο μετά και γι άλλον έναν…

Οι βόλτες μας στο επαρχιακό και το εθνικό δίκτυο έγιναν περισσότερο υποψιασμένες, το χέρι μου, που και που, άρχισε να σφίγγει το χερούλι της πόρτας την ώρα που ο Χ. έκανε προσπέραση σε νταλίκες, ήταν εκείνος ο καιρός που άρχισα να απεχθάνομαι τα δίπορτα αυτοκίνητα και την αίσθηση του παγιδευμένου ζώου όταν αναγκαζόμουν να κάτσω στο πίσω κάθισμα. Ήρθε κι εκείνο το απόγευμα, όταν είδαμε μία νταλίκα να βγάζει από το δρόμο ένα παλιό Opel και να το ρίχνει κάτω από μία γέφυρα ακριβώς μπροστά στα μάτια μας, στην Εθνική Οδό. Τότε που εγώ όρκισα το φόβο για φίλο μου κι αυτός πέρασε γύρω από το λαιμό μου πυρακτωμένο κολάρο. Οι δύο επιβάτες του αυτοκινήτου, ένας φαντάρος από την Ξάνθη και ο πατέρας του που είχε πάει να τον πάρει από το στρατόπεδο για την άδειά του, πέθαναν ακαριαία. Μετά απ’ αυτό, ήρθε η συνείδηση, το μέτρο. Όταν βγαίναμε έξω τα βράδυα, ξέραμε ποιός θα πιει και ποιός όχι. Και πάλι, με το που μπαίναμε στο αυτοκίνητο για να γυρίσουμε σπίτια μας και ακούγαμε τη μηχανή του αυτοκινήτου να μουγκρίζει, οι κόρες των ματιών μας συστέλλονταν αυτόματα, σαν να μας είχαν χτυπήσει προβολείς των δέκα χιλιάδων βατ. Κι έτσι αμίλητοι και με τα μάτια καρφωμένα στο δρόμο οδηγούσαμε όλοι μαζί, μέχρι που φτάναμε στις γνώριμες γειτονιές μας.

Το πέταλο του Μαλιακού, κάποτε φρούτο δροσερό και νόστιμο, πασπαλισμένο με αλάτι θαλασσινό και με γεύση ελευθερίας, είχε αλλάξει πλέον όψη και υφή για μας.


Κυριακή ξημερώματα, μόλις προχθές. Οδηγώ μόνη συντροφιά με τη φωνή του Marvin Gaye στις 4 το πρωί, στην χωρίς φώτα, κατασκότεινη παλιά Εθνική Οδό Λαμίας-Στυλίδος. Πολύ ζέστη, τα παράθυρα ορθάνοιχτα, η διάθεση γαλήνια. Ένας δαιμονισμένος με προσπερνάει, η ταχύτητά του πάνω από 140. Λευκό Πεζό Ραλί, όσο προλαβαίνω να το δω από πίσω. Βλέπω στο βάθος να αναβοσβήνει η μπλε σειρήνα. «Μπλόκο«, σκέφτομαι και κόβω κι άλλο ταχύτητα. Τα αλκοτέστ έχουν αυξηθεί θεαματικά στην περιοχή της Λαμίας τα τελευταία χρόνια – όπως και οι θάνατοι από τα τροχαία της. Πλησιάζοντας, βλέπω σπασμένα γυαλιά στο δρόμο, δύο περιπολικά και ένα Ι.Χ. μαύρο στην άκρη, ελαφρώς στραπατσαρισμένο. Οι μπάτσοι μου ρίχνουν το φως από το φακό σχεδόν μέσα στα μάτια μου την ώρα που περνάω από μπροστά. Με κοιτάζουν, τους κοιτάζω, βλέπω ότι είναι όλοι καλά, βλέπουν ότι φοράω τη ζώνη, η προτεραιότητά τους είναι προφανώς άλλη, μου κάνουν νόημα να φύγω.

Στα πεντακόσια μέτρα πιο κάτω και μετά από δεξιά στροφή, η καρδιά μου παγώνει. Κάθετα στο ρεύμα μου βρίσκεται αναποδογυρισμένο ένα ασημένιο σεντάν. Κομμάτια του πεταμένα και στα δύο ρεύματα, γυαλιά παντού, ένας κύριος με κίτρινο φωσφωριζέ γιλέκο τρέχει μέσα στο δρόμο να κλωτσήσει τα μεγαλύτερα κομμάτια μακρυά από το οδόστρωμα για να αποφύγει τα χειρότερα. Έχω κλείσει το ραδιόφωνο, η ταχύτητά μου είναι σχεδόν μηδενική. Καθώς ξεκινώ να περάσω στο απέναντι ρεύμα, καταλαβαίνω ότι ο άνθρωπος που κλωτσάει τις λαμαρίνες έχει στο πρόσωπό του ζωγραφισμένη μία έκφραση βιασύνης – και μόνο αυτή. Αμφιβάλλω αν με βλέπει, αν βλέπει οτιδήποτε άλλο μπροστά του εκείνη τη στιγμή, εκτός από τα σίδερα που παλεύει να πετάξει μακρυά με μανία.

Συνειδητοποιώ ξαφνικά το νόημα των κινήσεών του: το δυστύχημα ήταν εκείνης σχεδόν της στιγμής.
Ήταν ο πρώτος αφιχθής στο σημείο και ήταν μόνος του.
Άρα… ο οδηγός;…

Γυρίζω το κεφάλι μου στο αναποδογυρισμένο αμάξι. Κι εκεί, μέσα από μία κατάμαυρη άβυσσο, βλέπω να ξεχωρίζει μία φιγούρα ασημένια σαν το χρώμα του αυτοκινήτου, απροσδιόριστη, σαν ένα μεγάλο αιλουροειδές πεταμένο, ξεχυμένο το μισό έξω από το παράθυρο του οδηγού.

Το μόνο που πρόλαβα να δω πριν τραβήξω τα μάτια μου από πάνω του ήταν η κατακόκκινη, χωρίς σχήμα κορυφή του.
Τη βλέπω ακόμα μπροστά μου.

Κι αυτό που πρόλαβα ν’ ακούσω μέσα στην παγερή σιγαλιά της νύχτας ήταν το βογγητό του.
Έναν μακρόσυρτο αχ, ένα μοιρολόι ξεψυχισμένο να ικετεύει για βοήθεια, να σκορπάει πόνο σπαραχτικό.
Ακόμη μου τρυπάει τον εγκέφαλο.

Μετά από πεντακόσια μέτρα, είδα το ασθενοφόρο να σχίζει τη νύχτα αθόρυβα.
Έστριψα να πάω σπίτι μου από άλλο δρόμο.


Χτες που επέστρεψα στην Αθήνα του καύσωνα, τα φανάρια στο δρόμο μου ήταν όλα πράσινα.
Ένοιωθα το αυτοκίνητο να τσουλάει σχεδόν μόνο του, άκουγα τα λάστιχα να τσιρίζουν πάνω στην ελαφριά κατηφόρα της ασφάλτου.
Με κατέκλυσε πάλι εκείνη η αίσθηση της ελευθερίας.
Αλλά ήταν εκείνη η στιγμή που κοκκίνησαν ξανά τα πάντα μπροστά μου…


Έχουν φύγει αθώες ψυχές σε έναν πόλεμο που ουδέποτε επεδίωξαν να λάβουν μέρος. Κι αυτός ο πόλεμος δεν έχει μόνο ένα μέτωπο, έχει πολλά.
Μερικά είναι πολύ εύκολο να τα δούμε τώρα που μεγαλώσαμε πια, τώρα που η ζωή μας δεν είναι μόνο βόλτες σε καφετέριες και μπαράκια.
Αρκεί μόνο να ρίξουμε μία ματιά στον καθρέφτη.

Advertisements

3 thoughts on “Scream”

  1. σε διαβασα και με γυρισες παντου..πιο γλυκοπικρο κειμενο δεν θυμαμαι να διαβασα προσφατα.
    ευχομαι να οδηγεις με ασφαλεια καινα μην συναντησεις αλλα τροχαια στη ζωη σου

  2. Εύχομαι κι εγώ ειλικρινά να βελτιωθεί κάποια στιγμή αισθητά η οδηγική συμπεριφορά και νοοτροπία του Έλληνα. Είναι κρίμα να φεύγουν έτσι, στράφι, ζωές που ακόμα δεν έχουν ξεκινήσει.

    Νά ‘σαι καλά, σ’ ευχαριστώ. 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s