Filmstorming


«You don’t love me«, λέει η Τζούλια στον Μελ με ύφος συγκαταβατικό και μαμαδίστικο.
Και αν κοιτάξω προσεκτικά θα δω τη γαλάζια μεμβράνη των ματιών του Μελ να έχει ραγίσει σε μυριάδες χιλιάδες κομματάκια, πιο πολλά κι από τα μικροσκοπικά σωματίδια της αστερόσκονης που γεμίζουνε τους ουρανούς με πολύχρωμα συντριβάνια κάθε φορά που ένα πυροτέχνημα ξεψυχάει.
Έπειτα μπαίνει στο τρένο, βάζει το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του, η πόρτα κλείνει, η Τζούλια φωνάζει μετανιωμένη έξω από το παράθυρο ότι λυπάται, λυπάται για τί άραγε, αφού δεν ξέρει, το τρένο φεύγει, το κεφάλι δεν ανασηκώνεται, δε γυρίζει πίσω, παίρνει μαζί του τη δική του αλήθεια, δεν είναι ανάγκη να πείσει κανέναν άλλον γι αυτήν, απλά καμμιά φορά η πραγματικότητα παίζει κάτι περίεργα παιχνίδια στο μυαλό που όμως δεν πρέπει, δεν πρέπει σου λέω να τους δίδεται η παραμικρή σημασία.


Η Τζέσικα κοιτάζει τον Ντάστιν με βλέμμα τρυφερό.
«You know Dorothy, it’s funny and don’t take this the wrong way, but since I’ve met you, I’m so grateful to have you as a friend, and at the same time I feel lonelier than I ever have in my whole life… as if I want something I can never have.»
Και η φωνή της είναι τόσο βελούδινη, το πρόσωπό της τόσο γαλήνιο, το χαμόγελό της τόσο παραπονεμένο και αμήχανο, που ο Ντάστιν ξεχνάει τα γυναικεία του ρούχα, η σκηνή μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα αλλάζει εκατομμύρια αποχρώσεων, σχημάτων και γεύσεων, το γέλιο κερδίζει στα σημεία τον τρόμο, η επιθυμία χτυπάει νοκ-άουτ τον παραλογισμό, κι ο έρωτας ανθοφορεί με την πιο γλυκιά, πλατωνική, παιδική σχεδόν μορφή του:

«Will you loan me that little yellow outfit?…»

Θεωρίες Συνομωσίας και Τούτσι.
Έρωτας as it ought to be.
Με ένα χαμόγελο από το ένα αυτί μέχρι το άλλο αντί τέλους.
Και πριν, και μετά των τίτλων.

Advertisements

Tokyo φώτα

bar1.jpg

Αντιθέσεις: στους καλοστημένους (διάβαζε: ακριβούς) εσωτερικούς χώρους των κλασικών ή των trendy bar και ξενοδοχείων, το φως και η σκιά έχει δουλευτεί όπως οι προσεκτικά τοποθετημένοι βράχοι στους παραδοσιακούς γιαπωνέζικους κήπους. Αυτές οι ζεν-νησίδες ηρεμίας είναι σκορπισμένες στην πόλη ώστε να αντισταθμίζουν τη σχεδόν παρανοϊκή σχέση των γιαπωνέζων με τους λαμπτήρες νέον, τις φωτεινές επιγραφές, τις διαφημίσεις σε γιγαντο-οθόνες, τα πλήθη που ποτέ δε σταματούν να προχωράνε…

h_street.jpg
h_ramp.jpg
v_junction.jpg
v_neons.jpg v_street.jpg
h_neons.jpg

Tokyo χάι

tepan0.jpg
Δυσκολεύομαι να καθήσω και να γράψω – όχι από έλλειψη χρόνου ή λέξεων, αλλά μάλλον από τη ζαλάδα. Το Τόκυο είναι μια δίνη που σε παρασύρει, ατελείωτο και καταιγιστικό. Τα πόδια μου πονάνε – όχι όμως και το στομάχι μου. Χωρίς πολλά λόγια, ένα φωτο-ποστ από τη χθεσινοβραδυνή επίσκεψη σ’ ένα από τα (κατά τους έγκυρους οδηγούς) καλύτερα εστιατόρια Teppanyaki, το Kamon στο 17ο όροφο του Imperial Tower. Πανδαισία με φόντο τους ουρανοξύστες. Μέχρι στιγμής τα πιό αξιοπληρωμένα 140 ευρώ (το κεφάλι – χεχ).

tepan1.jpg
tepan2.jpg tepan3.jpg
tepan4.jpg
tepan6.jpgtepan7.jpg tepan5.jpg
(Αν συνεχίσω με τέτοια φωτο-ποστ βλέπω τη Magica ν’ ανοίγει λίστα για τσάρτερ… Ευτυχώς, μόλις άρχισαν τα εδέσματα να προσγειώνονται μπροστά μου, έκλεισα τη μηχανή γιατί ..έχασα το φως μου!)

Tokyo στόρι

tokyo_007

Είσοδος στη μεγαλούπολη με ταξί γεμάτο σεμεδάκια και ύφος τύπου Χαμένοστημετάφραση χαζεύοντας τα άπειρα νέον. Από το δωμάτιο του ξενοδοχείου, τα κόκκινα φωτάκια αναβοσβήνουν στις κορυφές των ουρανοξυστών δίνοντας μου για κάποιο λόγο την αίσθηση των πρώτων πλάνων του Μπλέιντρανερ. Ούτε λόγος για ξεκούραση μετά το 18ωρο ταξίδι – τα πρησμένα πόδια αναλαμβάνουν δουλειά: ατέλειωτη περιήγηση στη Γκίνζα με πρόσχημα το φαγητό. Άνθρωποι με μάσκες παντού. Τραίνα πάνω και κάτω, ανισόπεδες διαβάσεις, υπόγειες πολιτειούλες ανεξερεύνητου βάθους κάτω από κάθε σταθμό. Περιπολίες αστυνομικών με ποδήλατα. Μυρωδιές και φωτογραφίες πιάτων, ιδεογράμματα, παρέες που κόντρα στις πληροφορίες θορυβούν και γελάνε στο δρόμο. Τα μισά εστιατόρια βρίσκονται σε ορόφους πολυκατοικιών. Το ‘συστημένο’ μπαρ με μαλτ Σαντόρι βρίσκεται δυό υπόγεια κάτω και είναι μια σταλιά: τέσσερα σεπαρέ και μια μπάρα. Κανείς γιαπωνέζος δεν κινδυνεύει από αυχενικό. Κρύο σάκε.