Και μη χειρότερα…

braziliangirls2.jpg

Δευτέρα, 23 Απριλίου, Παγκόσμια Ημέρα του Βιβλίου. Ο Αη-Γιώργης να σκοτώνει το Δράκο της Αγραμματοσύνης, της Τηλε-απάθειας και της Φαρενάιτ 451. Ελλείψει τέτοιου αγιογραφικού έργου, διάλεξα μια φωτογραφία εξαιρετικά ακατάλληλη για να συνοδεύσει το θέμα. Το οποίο είναι «το χειρότερο βιβλίο που έπεσε ποτέ στα χέρια σας» και το οποίο, ενδεχομένως, δεν θα σας χάλαγε καθόλου να το βλέπατε τρυπημένο από το δόρυ του αγίου ή στην πυρά, ως ζαντελίβρ. Απαντήσεις στα σχόλια, παρακαλώ.

Α, το γκρούπο έχει ανακοινώσει τρέντι επανέκδοση (προλαβαίνετε το διαγωνισμό;): το νέο «πεντακοσαράκι» με μηχανή 1.2 θα ρολάρει πλάι στα σύγχρονα μίνι κούπερ και τους πληθωρικούς σκαραβαίους… Έτσι εξηγείται που οι Brazilian Girls έβαλαν το παλιό (καλτ;) στο εξώφυλλο του δίσκου τους (φωτ).

Advertisements

Πέντε μερίδες παστίτσιο

Το καθυστέρησα αυτό, αλλά μιας και το είχα αρχίσει, κάθησα και το τελείωσα. Πάει μήνας βέβαια, αλλά μπρος στα κάλλη, τι είναι το ζουμί του (με τις παροιμίες πάντα μπερδεύομαι).

Για παστίτσιο μπήκα, με λέξεις φορτωμένος βγήκα… Ο λόγος για την Ματζικα μας που όμως έχει κι άλλα πολύ ενδιαφέροντα να σας πει, ειδικά αν είστε φιλόζωοι και δη κυνόφιλοι!

«Tσίμπησα:» καθαριστήριο, μανικιούρ, σαμπάνια, κοιλοδοκός, χαρτοφύλακας. Δέστε τις ζώνες σας.

stillgreenaway.jpeg

Ο Κ. άπλωσε το βούτυρο στη ζεστή φρυγανιά και καθυστέρησε λίγα δευτερόλεπτα, παρατηρώντας το να λυώνει. Πριν αποφασίσει αν θα άπλωνε μαρμελάδα δαμάσκηνο ή μια ακαθόριστη ανοικτόχρωμη που μάλλον ήταν από εσπεριδοειδή, η Τίνα κατέφθασε στο τραπέζι του πρωινού, μ’ ένα μεγάλο πιάτο που σίγουρα περιείχε το μισό μπουφέ. Την ώρα που η σχιστομάτα σερβιτόρα της τράβηξε την καρέκλα για να τη βοηθήσει, ο Κ. σήκωσε το φρύδι αποδοκιμαστικά. Η Τίνα ταράχτηκε – η άμεση αντίδρασή της ήταν να του χαρίσει ένα χαμόγελο από κείνα τα «σπέσιαλ» (για να του αποσπάσει την προσοχή), αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να εισπράξει ένα δεύτερο ανασήκωμα φρυδιού, περισσότερο ανησυχητικό από το πρώτο, με συνέπεια να κοκκινήσει, να μπερδέψει τα μπούτια της και να σκοντάψει καθώς προσγείωνε τον εξαιρετικού σχήματος κώλο της στην απαλά σπρωχνόμενη από τη σερβιτόρα καρέκλα. Ένα κομμάτι αυγό στραπαστάδα αναπήδησε από το βαρυφορτωμένο πιάτο και προσγειώθηκε στο μπατζάκι του Κ., ψηλά στο μπούτι, καθώς εκείνος τιναζόταν πίσω για να προφυλαχθεί, μάταια βέβαια. Το γόνατό του βρήκε το τραπέζι και ο καφές του χύθηκε λίγο, ευτυχώς μέσα στο πιατάκι. Μαζί με το χαμηλόφωνο «σόρυ αγάπημου» της Τίνας ακούστηκε μόνο μια πνιχτή χριστοπαναγία, αλλά ο Κ. συγκρατήθηκε. Η σερβιτόρα ήταν ήδη σκυμμένη πάνω του, ένα (ειδικό;) πανάκι είχε ως δια μαγείας εμφανιστεί στο χέρι της και αφαίρεσε το αυγό. Ο Κ. ευχαρίστησε χαμηλόφωνα αλλά ο λεκές ήταν εκεί, υγρός και εμφανής. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Η μέρα, παρότι ηλιόλουστη, δεν ξεκίναγε με καλούς οιωνούς. Κι όμως, έπρεπε να αισιοδοξεί ότι θα ήταν η σημαντικότερη μέρα του στο Τόκυο. Η μέρα των υπογραφών με την Εταιρία.

Η Τίνα τον κοίταζε, σιωπηλή. Ο Κ. ένοιωθε ότι εκείνη τη στιγμή τον φοβόταν. Το πιάτο της, με τις υπέροχες λιχουδιές του αυτοκρατορικού πρωινού του Imperial στιβαγμένες σα βουνό, περίμενε κρυώνοντας. Δεν τολμούσε ούτε την κούπα του ακόμα αχνιστού καφέ της να σηκώσει. Ο Κ. αφουγκράστηκε πίσω του την αίθουσα πρωινού του 17ου ορόφου – ήξερε ότι ήταν γεμάτη κόσμο, αλλά οι θόρυβοι που έφταναν στ’ αυτιά του ήταν πνιχτοί. Στο Τόκυο όλοι, ακόμα κι οι τουρίστες, λες και είχαν δώσει όρκο σιωπής, σαν trappistes. Έστρεψε το βλέμμα του πέρα απ’ την λουσμένη στο φως τζαμαρία, στο γιαπί που κτιζόταν με εντυπωσιακούς ρυθμούς απέναντι ακριβώς απ’ το ξενοδοχείο. Το παρατηρούσε κάθε πρωί τις τελευταίες τρεις ημέρες και είχε εντυπωσιαστεί από την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα των συνεργείων. Εκείνη τη στιγμή ο πανύψηλος γερανός ανέβαζε άλλη μια κοιλοδοκό. Ο Κ. απορροφήθηκε εστιάζοντας στην ακριβέστατη, χορευτική θαρρείς κίνηση του μηχανήματος – μόνο δύο εργάτες υποστήριξαν την τοποθέτηση του γιγάντιου κομματιού στη σωστή θέση. Το χέρι του είχε παγώσει μετέωρο, κρατώντας ακόμα το μαχαιράκι με το βούτυρο. Ξαφνικά ένοιωσε κάτι υγρό να τρίβεται στο μπούτι του. Η Τίνα, σκυμμένη επάνω του είχε αποφασίσει να διορθώσει τη ζημιά.

«Έλα αγάπη μου, μη μας κρατάς μούτρα σήμερα,» του ψυθίρισε τρίβοντας απαλά τη βρεγμένη άκρη της πετσέτας της πάνω στο λεκέ. «Το μωρό σου θα τα διορθώσει όλα,» πρόσθεσε εντείνοντας την προσπάθεια. Ο Κ. είδε το χέρι της, με τα μακρυά υπέροχα δάκτυλα, τα κατακόκκινα νύχια με το τέλειο μανικιούρ κι ένοιωσε αστραπιαία πόσο εκτός τόπου ήταν η κίνησή της. Με μιας η σκέψη του επανήλθε από το γιαπί μέσα στην αίθουσα του πρωινού. «Μην ανησυχείς, θα το στείλω στο καθαριστήριο του ξενοδοχείου, σε μια ώρα θα είναι πίσω,» της είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν γλυκά. Η κίνηση του χεριού της Τίνας σταμάτησε απότομα. Αποκωδικοποίησε τη φράση του ως «δε στο κρατάω, μη φοβάσαι τιμωρία», έσκυψε και τον φίλησε απαλά κοντά στο δεξί αυτί πριν γυρίσει στη θέση της. Αμέσως, έπεσε με τα μούτρα στα κρύα πλέον αυγά. Μετά τις δυό πρώτες μπουκιές σήκωσε τα μάτια της πάνω του και αντιλήφθηκε ότι αυτός την παρατηρούσε, το βλέμμα του καρφωμένο στο πρόσωπό της. Του χαμογέλασε, κάπως συγκρατημένα καθώς το στόμα της ήταν γεμάτο, και τα μάτια της τον ρώτησαν βουβά. Ο Κ. άφησε απαλά το μαχαίρι στο πιάτο. Γύρισε πάλι το βλέμμα στο γιαπί και της μίλησε, αλλά ήταν σα να απευθυνόταν στον χειριστή του γερανού.

«Θα πάω απ’ το δωμάτιο ούτως ή άλλως, πρέπει να πάρω το χαρτοφύλακά μου για τη συνάντηση. Φρόντισε να τους ειδοποιήσεις να καθαρίσουν το κοστούμι άμεσα. Θα χρειαστεί ν’ αλλάξω για το κοκτέιλ του Πρέσβη το απόγευμα, το χρειάζομαι έτοιμο ως τις τρεις. Α, και ζήτα τους να υπάρχει σαμπάνια στο δωμάτιο στις δύο – θα έχουμε υπογράψει όταν γυρίσω και θέλω να το γιορτάσουμε, οι δυό μας, εκεί. Πριν του Πρέσβη.»

H Τίνα έκλεισε τα μάτια και πήρε μια βαθειά, χαμηλόφωνη ανάσα. Στο Τόκυο ήταν ευτυχισμένη.

ex posto fuck to

more2

Τώρα που προστέθηκαν (λόγω τίτλου, δυσνόητου αλλά κάτι σε γαμήσια παραπέμπει) οι σεξουαλικά πεινασμένοι και οι αγάμητες στο κοινό, μπορούμε να ασχοληθούμε με τους βλάκες. Και επειδή οι βλάκες δεν είναι βέβαια δυνατόν να αναγνωρίσουν τους εαυτούς τους και να παραδεχτούν ότι είναι βλάκες – οπότε, αν γράψω «παρακαλούνται οι βλάκες να σταματήσουν τώρα να διαβάζουν,» είναι μαθηματικώς βέβαιο ότι κανένας δε θα σταματήσει. Είδατε; Ακόμα με διαβάζετε. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι μεν πραγματικοί βλάκες δεν μπορούν να καταλάβουν περί τίνος ομιλώ, ίσως χρειαστεί να επαναλάβουν την ανάγνωση και ίσως να το σκεφτούν για λίγο, ν’ ανάψουν τσιγάρο, να ρωτήσουν κανένα γνωστό κλπ, οι δε βλάκες -που-νομίζουν-ότι-είναι-έξυπνοι (εσύ δηλαδή αρχίδι, ανήκεις στη χειρότερη κατηγορία, το ήξερες;) συνεχίζουν απτόητοι να κάνουν αυτό που εκείνοι θεωρούν σωστό.

Λοιπόν, έχουν παρεξηγηθεί πάρα πολλά πράγματα εδώ πέρα. Και γι’ αυτό αποκλειστικά υπεύθυνες είναι οι λέξεις. Στο βαθμό που κάποιο επίπεδο επικοινωνίας στηριγμένης σε υψηλό ποσοστό κατανόησης των όσων εκφέρει ο «συνομιλητής» μας είναι εφικτό (αναφέρομαι σε θέματα που ξεφεύγουν από τα αμιγώς περιγραφικά και μπαίνουν βαθειά στα χωράφια του «υποκειμενικού» εξετάζοντας ιδέες και θεωρητικές κατασκευές), αποτελεί μια επιπλέον εξασφάλιση η εκ των προτέρων κατανάλωση ικανής ποσότητας οινοπνευματωδών ποτών. Προσωπικά, τελευταία δείχνω μια ιδιαίτερη προτίμηση στο βερμουτάκι, το παλιό καλό (κάλτ;) ποτό των σίξτις. Ρίχνω τρία δάχτυλα Martini Bianco σε χαμηλό, χοντρό ποτήρι, πετάω μέσα και δύο ευμεγέθη παγάκια και σύντομα επαναλαμβάνω τη διαδικασία. Και ξανά. Στο τρίτο ποτήρι, έχω πλέον φτάσει στο επιθυμητό επίπεδο χαλάρωσης και είμαι σε θέση να αντιμετωπίσω οποιονδήποτε βλάκα, οποιουδήποτε φύλου, χρώματος, ηλικίας και μορφωτικού επιπέδου χωρίς να κινδυνεύει η ψυχική μου υγεία. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Photo («Something more») by Tracy Moffat

Lost in the woods

image2_17.jpg

Πριν ένα μήνα περίπου διάβασα το Νορβηγικό Δάσος του Χαρούκι Μουρακάμι.
Πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο – η μετάφρασή του στα ελληνικά (που έχει γίνει από την αγγλική μετάφραση και όχι από το ιαπωνικό πρωτότυπο) είναι αρκετά καλή και ρέουσα.

Ο Μουρακάμι με γοήτευσε σε μια εποχή που λίγοι λογοτέχνες μπορούν να γοητεύσουν γι’ αυτό και έψαξα να διαβάσω και τα υπόλοιπα έργα του.

Χτες έτυχε να διαβάσω στο Βήμα μια κριτική (ο Θεός να την κάνει) του βιβλίου του.

Ειλικρινά πρόκειται για παρουσίαση/ κριτική/ δεν ξέρω τι/ επιπέδου τρίτης δημοτικού, σκέφτομαι και γράφω. Αυτό τώρα είναι κριτική; Τι μας λέει για το βιβλίο; Πέραν από το ότι περιγράφει την πλοκή του σε τέτοιο βαθμό που δεν χρειάζεται καν να το διαβάσεις γιατί σου τα λέει όλα η συντάκτης, και μερικά παιδαριώδη σχόλια, το κείμενό της φαίνεται πως γράφτηκε στο πόδι γιατί είχε κάποια προθεσμία να προλάβει. Ίσως βέβαια αυτό να κατάλαβε εκείνη από το βιβλίο και αυτό να είπε. Δεκτόν. Χαντακώνει όμως ανεπανόρθωτα ένα βιβλίο που πραγματικά αξίζει να το διαβάσει κανείς με την απλοϊκότητα των παρατηρήσεών της.

Ας μην μας το περνάνε για κριτική σε έγκυρο ένθετο βιβλίου εφημερίδας με μεγάλη κυκλοφορία – γιατί δεν είναι.
Δυστυχώς, είναι σπάνιο φαινόμενο οι κριτικές βιβλίου που δημοσιεύονται κατά καιρούς να είναι πράγματι κριτικές βιβλίου, μάλλον γιατί οι γράφοντες δεν γνωρίζουν τι εστί κριτική ή δεν κάνουν τον κόπο να προσπαθήσουν να γράψουν κάτι αντίστοιχο. Μην τα ρίχνουμε όλα στο αναγνωστικό κοινό όταν και οι κριτικοί της λογοτεχνίας (λέμε τώρα) που κυκλοφορούν είναι τέτοιου επιπέδου.