Shame on you, τρυποκάρυδε

typer

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου (λίγο μετά που άρχισα να περπατάω δηλαδή) είχα blog. Όχι ένα ή δύο, πολλά – πάμπολλα blogs. Το πρώτο ήτανε της νονάς μου, που ευθύνεται καθ’ολοκληρίαν διότι με παρέσυρε στη μπλογκόσφαιρα. Το έκλεισε βέβαια μόλις αντελήφθη ότι είχε χάσει τον έλεγχο και ότι εγώ είχα εξελιχθεί (υπογείως και δολίως) στον αδιαφιλονίκητο μάστορα (master) του θλιμμένου blog της (κάτι σαν «Χρυσάνθεμα» το έλεγε, όλο για ποίηση και φούμαρα έγραφε, μπλιαχ δηλαδή). Με το που είδε την πρώτη πιπεράτη ιστορία μου (ναι, για τη Μαργαρίτα και το βρακάκι της), η νονά στύλωσε τα (ωραιότατα) πόδια της, αποδέχτηκε τον γάμο από προξενιό με μόνιμο λοχία προβολικού (ΕΛΔΥΚ) που της πρότεινε εκείνη την εποχή μια θειά της και έκλεισε δια παντός το blog της. Δήθεν για να με προφυλάξει από τις ακολασίες, ως ώφειλε έναντι του Κυρίου. Μάταιος κόπος βέβαια, καθώς αμέσως άνοιξα τέσσερα δικά μου blogs, με ψευδώνυμα εμπνευσμένα από παιδικά περιοδικά της εποχής (Μπλεκ, Όμπραξ, Τιραμόλα και Σεραφίνο…). Aπέκλεισα το ενδεχόμενο να ενοχοποιηθώ καθώς ήταν γνωστό τοις πάσι ότι εγώ διάβαζα μόνο Μικρό Καουμπόι (Ντιάνα, Πεπίτο και σία). Επιπλέον, η σύνδεση ήταν στο όνομα της αδερφής μου, η οποία και δέχθηκε ουκ ολίγες φορές το τραχύ δέρμα του ζωναριού του πατέρα μας στον αφράτο πισινό της «για τα ρεζιλίκια» εκείνα. Πολύ αργότερα συνέδεσε το βρωμόξυλο που έτρωγε με την αφεντιά μου. Ήταν όμως πλέον πάρα, μα πάρα πολύ αργά. Είχα αλλάξει επίθετο και υιοθετηθεί από — αλλά αυτή είναι μια άσχετη ιστορία.

Ο λόγος που μπλογκάρω ασύστολα και με εκατόν επτά διαφορετικά νιξ (ταυτότητες στην ιντερνετική διάλεκτο, της οποίας υπήρξα και μητέρα για ένα διάστημα), εξακολουθεί να μου διαφεύγει και μάλλον σας είναι αδιάφορος. Πριν από λίγο καιρό έστειλα με εγκεφαλικά κύματα το ερώτημα στη mindstripper μπας και βγάλει αυτή το φίδι από την τρύπα αλλά, όπως γνωρίζετε ήδη, τζίφος. Δεν έκατσα να σκάσω κι όλας. Ως λαοπρόβλητος ηγέτης της παράταξης που ίδρυσα και στελέχωσα επί δεκαετίες (δεν θυμάμαι να την ψήφισα ποτέ μα δεν παίρνω και όρκο ότι κατέβηκε και σε τίποτα εκλογές με εξαίρεση εκείνη τη γενική συνέλευση της πολυκατοικίας στο Παλιό Φάληρο) μπορώ να διαβεβαιώσω το πόπολο (που λέει κι ο γνωστός πορδαναλυτής Τζ. Μακμάνος) ότι όλα πάνε κατά διαόλου. Και εξηγώ.

Ακολουθώντας ένα σχόλιο του Πρόβια, έφτασα σε μιαν απείρου κάλλους σελίδα (νομίζω ήτανε η σελίδα 9 ή 19) όπου πληροφορήθηκα ότι το Σάββατο, μεθαύριο ντε, διοργανώνεται κάτι σα συνέδριο για bloggers στη Νιό, με ομιλητές κύρους από χώρες μπροστάρισες και καινοτόμες (Καναδά, Κρήτη κλπ) και όπου «θα τα poune ola». Αμέσως μου δημιουργήθηκαν ατελείωτες σειρές αναπάντητων ερωτημάτων.
1ον – Υπάρχουνε κι άλλοι μπλόγκερς εκτός των εργατών και φίλων της Νοοτροπίας;;;
2ον – Εγώ, γιατί δεν προσκλήθηκα ως ομιλητής;; Έστω, ως διακεκριμένος και παιδιόθεν μπλόγκερ;
3ον – Έχει πάει κανένας άλλος απ’ όλους αυτούς τους partaola στο Τόκιο να στέλνει φωτο-μπλογκο-ανταποκρίσεις; Εε;
4ον – Ποιόν να ενοχλήσω για καμιά τζαμπέ πρόσκληση και σουίτα στο ξενοδοχείο;

Μόλις καταλάγιασε λίγο ο θυμός μου, διάβασα τα ψιλά γράμματα και αντελήφθην αμέσως την πάσα αλήθεια. Πρόκειται για ωμό προεκλογικό τέχνασμα του Κώστα Λαλιώτη, άρτι επανακάμψαντος ποδηγέτη του PassTalk, ο οποίος, παίζων άνευ αντιπάλου (ο Σπηλιωτόπουλος έχει παροπλισθεί για λόγους που έχουν να κάνουν μ’ ένα πορτοκαλί σακάκι – ατυχής επιλογή Άρη μου) επιχειρεί να ποδηγετήσει και την ελληνική μπλογκόσφαιρα! Πήρα αμέσως τηλέφωνο τον Φραγκούλη να ρωτήσω αν κατά τη γνώμη του ο (συμπαθέστατος κατά τα άλλα — ποιά άλλα, μια μπριζόλα έχουμε φάει μαζί) Ομέρ «κλείνω-το-μόνιτορ» Βρυώνης είναι άβουλο όργανο ή μίσθαρνος προβοκάτορας του Λαλιώτη. Ο Ηλίας όμως ακόμα κοιμάται μετά από είκοσι μέρες εξαντλητικών προβολών και συνεντεύξεων στις Κάννες και στη Νίτσα, οπότε άπατο το τηλεφώνημα. Αναγκάσθηκα να χρησιμοποιήσω το μυαλό μου. Συνδυάζοντας γνώσεις που είχα αγοράσει πακέτο (το γνωστό takeaway) στις ΗΠΑ ως φοιτητής με την πλούσια εμπειρία μου απ’ το Πανεπιστήμιο της Ζωής (όχι της Λάσκαρη ρε, της άλλης), κατέληξα ότι κακόβουλες πολυεθνικές και δη διαφημιστικές κρύβονται πίσω από το επερχόμενο μπάχαλο. Ειδοποίησα πάραυτα τον Υπουργό Πολιτισμού, ίνα παρέμβει εγκαίρως. Ο λόγος; Μα, τα blogs είναι ο σύγχρονος λαϊκός πολιτισμός! Τι διάολο.

Λοιπόν, ο Υπουργός απουσίαζε στη Μόσχα να εγκαινιάσει ένα άγαλμα, αν κατάλαβα καλά. Έπρεπε να στίψω το τεράστιο κεφάλι μου να κατεβάσει καμιά ιδέα. Ήπια τρία μαρτίνι με πάγο μπας και χαλαρώσω. Δε βοήθησε. Κατέβηκα στο περίπτερο και διάβασα τα πρωτοσέλιδα. Δε βοήθησε. Μετά, καθώς έκλανα διακριτικά στο ασανσέρ ανεβαίνοντας στο ρετιρέ, μου ήρθε. Μεγαλόπρεπα, ανακοίνωσα δια της ξαδέρφης μου Κατερινούλας, την οποία συχνά παρουσιάζω σαν γραμματέα μου για να προσδίδω επιπλέον κύρος στις τηλεφωνικές μου εμφανίσεις, ότι την υπόθεση έπρεπε να αναλάβει η Κυρία Γιάννα Αγγελοπούλου. Αναπάντεχα, το αίτημά μου έγινε αμέσως αποδεκτό και σύσσωμη η μπλογκοσυντακτική ομάδα του (νεο)Ελεύθερου Τύπου έκλεισε θέσεις για τη Νιό! Η ελληνική μπλογκόσφαιρα μπορεί να κοιμάται ήσυχη. Κατόπιν ενεργειών μου, όλα θα πάνε καλά και τα ύπουλα σχέδια του Νταλάρα για latinοποίηση των blogs θα πέσουν στο κενό μεταξύ τρίτου και τέταρτου ορόφου.

Advertisements

So how should I presume?

Photo Sharing and Video Hosting at Photobucket

Σάββατο βράδι, χωρίς να το γνωρίζω, έχανα τη φίλη μου στο ποτάμι.
Την άλλη μέρα το πρωί το έμαθα ως είδηση. Ως γεγονός.

Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν δύσκολες, πολύ κοντά στον σουρεαλισμό. Αν δεν είχα φίλους γύρω μου, δεν θα την έβγαζα καθαρή.
Ακόμα και τώρα, αν προσπαθώ να γράψω για αυτό, είναι γιατί προσπαθώ να καταλάβω τι έγινε – και ως συνήθως, θεωρούμε ότι η γλώσσα δίνει μια λογική. Έστω κι αν αρνούμαι να πω καθαρά ότι η φίλη μου έχει πεθάνει. Η άρθρωσή αυτών των λέξεων αλλάζει πολλά.
Χτες ήταν η κηδεία της. Υποθέτω ότι η λογική της κηδείας είναι να δώσει ένα κλείσιμο, ώστε να μπορείς να πας παρακάτω.
Σε πιο παρακάτω, ομως;

Οι αλλαγές που επιφέρει ένα τέτοιο γεγονός εμφανίζονται σιγά σιγά, σαν μικρές ρωγμές στον τοίχο.
Σκέψεις, λόγια, που λίγο λίγο διαρρηγνύουν τα δεδομένα μου.
Όσοι μένουν πίσω, μένουν με τη νοηματοδότηση. Χωρίς καμία απάντηση.

Σίγουρα υπάρχει κάποιος λόγος, σε ένα μεταφυσικό, κοσμικό επίπεδο, και θα κάνω προσπάθεια να τον βρω.

Αποστραγγισμένη, δίπλα σε άλλους φίλους της, προσπάθησα να την αποχαιρετήσω. Όταν τελείωσε η ταφή, κατάλαβα ότι τώρα ναι, τελείωσε. Έγινε. Ακόμα κι αν δεν το πιστεύω. Και σταμάτησα να κλαίω.

Καλό σου ταξίδι κοριτσάκι μου.

Ο λόγος που μπλογκάρω

Κι εκεί που καταβρόχθιζα την ομελέτα μου, μου ήρθε ουρανοκατέβατος ένας τίτλος για ποστ.

«Ο λόγος που μπλογκάρω»

Κι έτσι όπως τον κοίταζα, μου φάνηκε για κάποιον λόγο γελοίος.

Σκέφτηκα ότι το να δώσω έναν λόγο για τον οποίον μπλογκάρω, είναι σαν να προσπαθώ να εξηγήσω για ποιόν λόγο ας πούμε μου αρέσει ο κινηματογράφος. Όχι ο Αμερικάνικος ή ο Ευρωπαϊκός, ούτε ο άντεργκράουντ, ούτε ο Κουστουριτσαίικος, ούτε ο Κουνγκ-Φου-Μαν-Τσου, ούτε ο βουβός και τα μιούζικαλ, ούτε τα κινούμενα σχέδια (όχι, βοήθεια, μη τα μεταγλωτισμένα!), ούτε καν ο αγαπημένος μου Χάρπο. Αλλά γενικά ο κινηματογράφος.
Γίνεται να εξηγήσω κάτι τέτοιο;
Δε γίνεται.
Όχι χωρίς τον κίνδυνο του να υπερ-απλουστεύσω (εχμ, επειδή μ’ αρέσει;…) ή να υπερ-γενικεύσω (διότι όλοι εμείς οι μπλόγκερς είμεθα άνθρωποι ανήσυχοι και κατά βάθος μοναχικοί – είμεθα και παιδιά καλά, από σπίτι, με καλή ανατροφή, αλλά δυστυχώς στο οικονομικό θα τα χαλάσουμε λίγο).

Ο γείτονάς μου σήμερα ήρθε σπίτι, έριξε μία ματιά στον κάκτο μου, το καμάρι του σαλονιού μου, και μου είπε ότι είναι κακό φένγκ σούι, λέει, να βάζεις τον κάκτο δίπλα από το παράθυρο.

Σκέφτηκα αμέσως:
«Είσαι με τα καλά σου, πού θες να το βάλω το λουλούδι; Πίσω από την πόρτα της τουαλέτας ή κάτω από το κρεβάτι;»

Είπα την επόμενη στιγμή:
«Δεν τα πιστεύω εγώ αυτά πουλάκι μου.»

Kι εκεί κάπου έληξε η συζήτηση.

Γιατί γεγονός είναι ότι ο κάκτος μου δεν ξέρει από φενγκ σούι. Ξέρει μόνο τη γωνιά του, που τη φωτίζει ο ήλιος από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμούλα της ημέρας. Και φροντίζει να μου το δείχνει κάθε μέρα με τον τρόπο του. Πριν πέντε χρόνια ήταν είκοσι εκατοστά ύψος. Τώρα πια, κοντεύει τα δύο μέτρα.

Τι σχέση έχει ο κάκτος με τον κινηματογράφο, θα με ρωτήσεις τώρα. Είναι πολύ απλό. Τα αγαπάω και τα δύο εξίσου. Και ποιά η σύνδεσις αυτών με το μπλόγκινγκ; Εγώ βρε χαζούλι. Εγώ γράφω, εσύ διαβάζεις. Εσύ γράφεις, εγώ διαβάζω. Εγώ κι εσύ μαζί.

Εννοείται ότι μετά από όλα αυτά, δεν μπορώ να εξηγήσω στο παραμικρό ποιός είναι ο λόγος για τον οποίον μπλογκάρω. Κι αν κάποτε το ερευνούσα λίγο παραπάνω, τώρα δεν με ενδιαφέρει κιόλας.

Γεγονός είναι ότι την επόμενη φορά που θα τρώω ομελέτα και μου κατέβει πάλι κάποιος τίτλος στο κεφάλι, θα προτιμήσω να με χτυπήσω με μία μυγοσκοτώστρα.

Αναμνήσεις

memento

«Αχ, πόσο όμορφη ήσουνα στα νειάτα σου γιαγιάκα!»
«Είδες; Ίδια μ’ εσένα ήμουνα, τη δροσιά σου είχα Αϊσέ… Να μην πω και καλύτερη, σάμπως είχαμε ‘μεις τότε τις κρέμες και τα σιρόπια που πασαλείβεστε σήμερα; Κύττα να δεις «φυσική» ομορφια! Αχ, πού’ναι τα χρόνια, τα ωραία χρόνια!»
«Ααα – τι ωραία παρέα, τι κέφι, καλέ πού είστε εδώ; Στη Βηρυτό;»
«Καλά, δε βλέπεις; Ποιά Βηρυτό μου τσαμπουνάς; Στο Ντουμπάι είμαστε, οικογενειακώς, η Βηρυτός είχε γίνει σκόνη, πάπαλα το εξοχικό… Καταραμένοι Οβριοί!»
«Ηρέμησε γιαγιά, θα σε πιάσει το άσθμα σου – κι αυτή η λεπτή δίπλα σου, ποιά είναι;»
«Μωρή στραβωμάρα, ούτε τη μάνα σου δεν αναγνωρίζεις πια; Τσίμπλες έχουν τα μάτια σου; Δε βλέπεις το βυζί, σ’κωμένο απ’ τα δεκατρία της, κόλαζε ως και τον τρισκατάρατο τον παππού σου, που να καίγεται στην Κόλαση χίλια χρόνια ο μπάσταρδος…»
«Γιαγιά!!»
«Μπα; Κοκκίνησες; Πες μας ότι έχεις αντίθετη άποψη τώρα! Γάιδαρος με περικεφαλαία ήτανε ο σιχτιρισμένος, αμ’τι;»
«Ηρέμησε! ‘Ντάξει, τα ξέρω, τα ξέρω..»
«Ξεράδια! Την τύφλα σου ξέρεις! Με σύγχυσες, τα κατάφερες, αυτό ήθελες;»
«Έλα καλέ γιαγιάκα… πές μου, πές μου για το Ντουμπάι! Αυτή η κακιασμένη κοντούλα στ’ αριστερά σου, η θεία Σάρμα είναι, ε; δεν είναι;;»
«Εσύ παιδάκι μου είσαι ντιπ στραβή! Καλέ ποιά Σάρμα, η Σάρμα ήτανε στην κούνια ακόμα τότε. Την είχαμε αφήσει πίσω, στη Σουλεϊμανίγια… δε θα’χε χρονίσει ακόμα. Η Εσμέ είναι καλέ, η καλή μου η Εσμέ, δε βλέπεις τι γλυκά που χαμογελά; Μακάρι να’χαν οι κόρες μου τη χάρη της…»
«Ώπα γιαγιάκα, βγαίνουν οι προτιμήσεις τώρα; Καλύτερη η δούλα απ’ τις κόρες σου;»
«Ο Θεός είναι μεγάλος κορίτσι μου… Εμείς γεννηθήκαμε σε σώμα γυναίκας, μόνο η ψυχή μας είναι δικιά μας… Αυτή μονάχα ορίζουμε! Μα το σώμα μας, φυλακή-ξεφυλακή, μάθαμε να το δουλεύουμε όπως η ψυχή μας έταζε…»
«Τι μου τσαμπουνάς τώρα πάλι; Άρχισες τα φιλοσοφικά μωρέ γιαγιά; Δεν τα’παμε ξανά και ξανά; Έλα, ‘σύχασε και πες μου αυτή με τη τσάντα στα χέρια ποιά είναι, δεν την αναγνωρίζω.»
«Κακοχρονονάχει άμα ζει ακόμα, να βασανίζεται σαν κουτσή καμήλα σε γοργό καραβάνι, μέγας είσαι Κύριε, σκουλήκια στο κορμ -»
«Έλαααα! Τι σ’ έπιασε πάλι; Ποιά είν’ αυτή επιτέλους;»
«Αυτή; Αυτή;;; ΑΥΤΗ;;; Ο Αχμέτ είναι αυτή
«Ο Αχμέτ; Ποιός Αχμέτ καλέ; Εκείνος που κάηκε – »
«-που κάηκε η ψωλή του, κακοχρονονάχει, διαόλου σπόρος, σατανάς – αχ, Θεέ μου τι έφταιξα..»
«Μα πώς; Πώς; Τι δουλειά έχει ένας Αχμέτ στη συντροφιά σας;»
«…»
«Μίλα γιαγιάκα μου, θες η εγγόνα σου να βρει μπροστά της τίποτα τέτοιο και να μη ξέρει τι να κάμει;»
«Ο σχωρεμένος… ο παππούς σου ντε… μετά που γεννήθηκε η Σάρμα έπιασε και σορόπιαζε με το γιό του οδηγού.. Όμορφος ήτανε ο Αχμέτ, δε λέω, ο διάβολος τον έκανε όμορφο… Και τον είχε σπιτώσει, σα γυναίκα τον είχε, μαζί μας έμενε… Παρεκτός τα βράδυα…»
«…»
«Μέχρι που τον έκαψα…»
«Γιαγιά!! Τι μολογάς; Εσύ του την έκανες τη δουλειά; Ζήλεια γυναίκας λοιπόν τον έφαγε τον καψερό;;»
«Οργή μάνας μωρή – μη λες ανοησίες λοιπόν! Χέστηκα εγώ αν ο κωλόγερος τα γύρισε και γύρευε αγοράκια… εμένα μου’φτανε η Εσμέ μου… μα ο διαολεμένος ο Αχμέτ το’παιζε δίπορτο… την είχε ξεκωλιάσει τη μάνα σου μωρή! Μες στο ίδιο μου το σπίτι! Τους τσάκωσα καταμεσήμερο… μαύρο της τον έκανα της ξεπαρταλιασμένης… Μα και το σίχαμα δε μου γλύτωσε… Φωτιά, φωτιά απ’ το μαγγάλι — »
«Ιιιιιιι!!!!»
«Σκαζμός! Έτσι του ‘πρεπε του χαμούρη. Μοναχά δεν πρόκαμα να του χώσω το αναμμένο δαυλί στη κωλότρυπα… Να στερηθεί παντοτινά όλες τις δροσιές του Θεού…»
«…»
«…»
«Πόσο όμορφα περνάγατε στα νειάτα σου γιαγιάκα μου!»

Dance little sister

Photo Sharing and Video Hosting at Photobucket

Μετανιώνω φριχτά που σταμάτησα τον χορό. Φριχτά.
Τους βάλανε λέει στο So you think you can dance να χορέψουν ένα λεβέντικο και κόλωσαν οι λεβέντες. Τι να σου κάνει το λάτιν χρυσό μου. Dance this αν μπορείς.

Κάνουν το λάθος να σνομπάρουν τους παραδοσιακούς χορούς γιατί δεν ξέρουν τι σημαίνουν από άποψη δυσκολίας και πειθαρχίας. Έχουν μείνει όλοι στο τσάμικο. Αυτή η παρανόηση κρατάει πάρα πολλά χρόνια και θα κρατήσει πολύ ακόμα, όσο τους βλέπουμε ως σύνολο ενός παρωχημένου φολκλόρ που πλασάρεται σε διάφορες προσπάθειες τόνωσης της εθνικής περηφάνιας ή όταν ο Γιωργάκης ή όποιος άλλος πάνε για Πάσχα σε κάποιο στρατόπεδο και ρίξουν μια γυροβολιά.
Κατά τα άλλα, είναι μακριά νυχτωμένοι οι περισσότεροι.
Στο i-pod έβαλα σέρρα, και τικ, και σερανίτσα, κι ένα σωρό σούστες, και μακεδονίτικα και τα πόδια μου πάνε από μόνα τους όταν τα ακούω και πως δεν έχω αρχίσει να χορεύω ακόμα μέσα στο μετρό, είναι περίεργο. Για όσα δεν θυμάμαι πεισμώνω και προσπαθώ να τα θυμηθώ. Ευτυχώς δεν έχω ξεχάσει, νομίζω, πώς να παίζω τα κουτάλια σ’ εκείνον τον χορό της Καππαδοκίας .