Πουρνό πορνό

ΚΟΡΙΝΤ

Τα παγάκια ζορίστηκαν καθώς τα έλουζε ο χρυσαφένιος πίδακας του Cinzano Bianco Extra Dry πέφτοντας στο χαμηλό ποτήρι: στρίγγλισαν περίεργα, σοκαρισμένα απ’ την υψηλή θερμοκρασία που τ’ αγκάλιαζε ξαφνικά και, μ’ ένα βουβό βογγητό, αποχωρίστηκαν μεταξύ τους πνιγμένα σε μια θάλασσα γλυκού αλκοόλ. Ο Κ. σταμάτησε μόλις η στάθμη του ποτού έφτασε στο επιθυμητό ύψος, ακούμπησε άγαρμπα το μπουκάλι στον πάγκο και προχώρησε προς τον καναπέ παίρνοντας το γεμάτο ποτήρι στο αριστερό του χέρι και το βαρύ τηλεκοντρόλ στο δεξί. Περπατώντας ράθυμα, πέταξε μ’ ευκολία τα παπούτσια του (τα έπαιρνε πάντα ένα νούμερο μεγαλύτερα γιατί τα πόδια του πρήζονταν πολύ εύκολα). Το δεξί προσγειώθηκε μπροστά του, δίπλα στη μπαλκονόπορτα, αφού διέγραψε ένα χαμηλό τόξο. Το αριστερό δεν είδε που πήγε, άκουσε πίσω του τη μοκέτα να πνίγει τον κρότο της πτώσης του. Άραξε στον καναπέ και, κλείνοντας τα μάτια, ρούφηξε μια γερή γουλιά. Ααααχ. Αυτό ήταν. Μετά από άλλη μια φριχτά κουραστική μέρα στο γραφείο, η συνήθειά του για ένα βερμουτάκι ον δε ροξ τον αποζημίωνε πάντα. Ένοιωσε να χαλαρώνει ραγδαία. Άνοιξε τα μάτια και το βλέμμα του σάρωσε το τοπίο στο βάθος: από το ρετιρέ της παραλιακής, ο Σαρωνικός, γκρίζος μα πάντοτε υπέροχος, λες και του ‘βγαζε γλώσσα. Ο ουρανός μαύρος σχεδόν (το μολυβί δεν του ήρθε στο μυαλό), τα σύνεφα χαμηλά, ίσα που πέρναγε ένα υποκίτρινο φως στα δυτικά. Λίγα βαρκάκια αρμένιζαν κοντινά, ίσως απ’ τον Ιστιοπλοϊκό. Ποτέ δεν είχε καταλάβει πού διάολο έβρισκαν όλοι αυτοί το χρόνο να κωλοβαράνε στη θάλασσα, εργάσιμη μέρα. Στο βάθος φιγούρες από πλοία της γραμμής – ή μήπως ήτανε εμπορικά; Το ενδιαφέρον του εξανεμίστηκε ξαφνικά και πάτησε το κουμπί ν’ ανάψει η wide screen. Μ’ έναν αδιόρατο βόμβο, ο ήχος προηγήθηκε της εικόνας και σα να τον επανέφερε στο διαμέρισμα. Εστίασε στο βυζί της τηλεπαρουσιάστριας που πίεζε το ροδακινί πουκαμισάκι λες και το είχαν φουσκώσει με τρόμπα ποδηλάτου. Δυνάμωσε τον ήχο: το θέμα ήταν το προτελευταίο διεθνές ρεζιλίκι της χώρας (ήταν απολύτως βέβαιος ότι είχε μεσολαβήσει κι άλλο έτσι ράθυμα που καταπιανόταν με τα θέματα η τηλεόραση). Προσπάθησε να δώσει προσοχή αλλά τα λεγόμενα δεν ήταν και τόσο ενδιαφέροντα, η οθόνη είχε γεμίσει ξαφνικά με παράθυρα όπου μουσάτοι τηλεοπτικής περιωπής, καλλιτεχνίζοντες ή κριτικοί ή απλά διαμαρτυρόμενοι διανοούμενοι έλεγαν το μακρύ τους και το κοντό τους περί συνταγματικών ελευθεριών. Ρούφηξε δυό γουλιές ακόμα και στιγμιαία αναρωτήθηκε μπας κι άλλαζε κανάλι. Σταμάτησε μόλις έπιασε ότι το πρόβλημα αφορούσε μια μαλακιζόμενη (ελπίζοντας ότι δεν είχε παρεξηγήσει και δεν αφορούσε μια μαλακισμένη). Πράγματι, βγήκε και μια τεκνίστικη φάτσα σ’ ένα παράθυρο, κοντινή λήψη, δεν έβλεπε τα βυζιά της ν’ αξιολογήσει, σαν αγοροκόριτσο φαινόταν. Και, καπάκι, ένας κυριλές με γραβάτα και χριστιανόφατσα. Του τη βάραγαν αφόρητα αυτοί του κατηχητικού. Μα είναι δυνατόν, σκέφτηκε, που πας μωρέ λελέ στο αρταθήνα, θαλασσογραφίες νόμιζες θα βρεις; Κάτσε στα σίγουρα. Απαυδησμένος, έσβησε την τηλεόραση και έπιασε πάλι το ποτήρι. Τρεις γουλιές, άρχισε να βυθίζεται σε μια ευχάριστη προνάρκη. Το κορμί του απέπνεε την λάβρα του γραφείου, τα μάτια του άρχισαν να μισοκλείνουν, το σκοτάδι του σούρουπου έμπαινε κατά κύματα στο σαλόνι. Γύρισε το κορμί του να βολευτεί και έπιασε να χαζεύει τα «Εγκαίνια της Διώρυγας της Κορίνθου» του Βολανάκη, ένα κλεψίτυπο που στόλιζε τον αριστερό τοίχο, δώρο της Έλλης, πρώην συμφοιτήτριας στη Βιομηχανική και παιδικής φίλης. Αυτό μάλιστα. Τέχνη. Που να ζορίζεται κανείς με τα μοντέρνα και τα μεταμοντέρνα. Το βουητό της παραλιακής ούτε που ακουγόταν πια, χωρίς να το καταλάβει είχε περάσει σ’ ένα στάδιο πριν απ’ τον ύπνο που το κορμί αποχωρίζεται απ’ το μυαλό και οι αισθήσεις πορεύονται σαν ποδήλατα στρητ σε πίστα ΒΜΧ: χάνουν στροφές. Τη στιγμή ακριβώς που έχανε την επαφή, το αυτί του έπιασε ήχους απρόσμενους. Άνοιξε διάπλατα τα μάτια κι ανασηκώθηκε. Οι ήχοι ξεκαθάρισαν, κάποιοι σίγουρα πηδιόντουσαν δίπλα. Δίπλα; Μα δεν υπήρχε τίποτα δίπλα, το ρετιρέ καταλάμβανε όλο τον όροφο. Απέναντι ήταν η θάλασσα. Οι αποκάτω; Ξενοίκιαστο. Προσπάθησε να εστιάσει, να αντιληφθεί. Αντρικοί ήταν οι ήχοι, κάποιος πέρναγε πολύ, πολύ ωραία. Σηκώθηκε, προχώρησε αριστερά. Οι αναστεναγμοί δυνάμωσαν. Δεν καταλάβαινε. Ξάφνου, θόρυβοι από θάλασσα, σουρσίματα, κλαγγές όπλων, ένα πρόσταγμα στο βάθος, προστέθηκαν στην ηχητική μπάντα. Ο άντρας δεν έλεγε να σταματήσει, ήταν φανερό πως βρισκόταν σε υψηλό επίπεδο ηδονής, τα βογκητά του έγιναν μουγκρητά. Δεν ακουγόταν καμιά γυναικεία φωνή όμως. Στριφογύρισε στο σαλόνι και, με κάποιο δισταγμό, κινήθηκε προς τον πίνακα του Βολανάκη. Με έκπληξη που προσέγγιζε το δέος έκανε ένα τελευταίο βήμα και σχεδόν κόλλησε τη μούρη του στον καμβά: οι ήχοι ήταν πλέον παντελώς διακριτοί. Ο άντρας έκανε σα να προσέγγιζε την τελική έκρηξη, από μακρυά ακουγόταν ένα πλήθος, μια μουρμούρα, τα βήματα υπάκουσαν σε μια κοφτή στρατιωτική εντολή και δυό ντουζίνες μπότες χτύπησαν έντονα το κατάστρωμα, μια λάμψη από την αντανάκλαση του ήλιου πάνω σε μια μπρούτζινη καλογυαλισμένη τούμπα τον ενόχλησε στιγμιαία. Με μάτια ορθάνοιχτα είδε από το φινιστρίνι του πολεμικού έναν ημίγυμνο ναύτη να αυνανίζεται με πάθος μπροστά σε μια φωτογραφία σέπια, δεν μπορούσε να διακρίνει το θέμα. Τη στιγμή που ο Κ. πήγαινε να τσιμπηθεί, μπας και ήταν όνειρο, ο άντρας ούρλιαξε λυώνοντας και μια σειρά από παχύρευστα βόλια σκορπίστηκαν μπροστά του ακριβώς ταυτόχρονα με το ξεκίνημα του Εθνικού Ύμνου από τη μπάντα της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων καθώς κοβόταν η κορδέλα της Διώρυγας της Κορίνθου…

Advertisements