Ο λόγος που μπλογκάρω

Κι εκεί που καταβρόχθιζα την ομελέτα μου, μου ήρθε ουρανοκατέβατος ένας τίτλος για ποστ.

«Ο λόγος που μπλογκάρω»

Κι έτσι όπως τον κοίταζα, μου φάνηκε για κάποιον λόγο γελοίος.

Σκέφτηκα ότι το να δώσω έναν λόγο για τον οποίον μπλογκάρω, είναι σαν να προσπαθώ να εξηγήσω για ποιόν λόγο ας πούμε μου αρέσει ο κινηματογράφος. Όχι ο Αμερικάνικος ή ο Ευρωπαϊκός, ούτε ο άντεργκράουντ, ούτε ο Κουστουριτσαίικος, ούτε ο Κουνγκ-Φου-Μαν-Τσου, ούτε ο βουβός και τα μιούζικαλ, ούτε τα κινούμενα σχέδια (όχι, βοήθεια, μη τα μεταγλωτισμένα!), ούτε καν ο αγαπημένος μου Χάρπο. Αλλά γενικά ο κινηματογράφος.
Γίνεται να εξηγήσω κάτι τέτοιο;
Δε γίνεται.
Όχι χωρίς τον κίνδυνο του να υπερ-απλουστεύσω (εχμ, επειδή μ’ αρέσει;…) ή να υπερ-γενικεύσω (διότι όλοι εμείς οι μπλόγκερς είμεθα άνθρωποι ανήσυχοι και κατά βάθος μοναχικοί – είμεθα και παιδιά καλά, από σπίτι, με καλή ανατροφή, αλλά δυστυχώς στο οικονομικό θα τα χαλάσουμε λίγο).

Ο γείτονάς μου σήμερα ήρθε σπίτι, έριξε μία ματιά στον κάκτο μου, το καμάρι του σαλονιού μου, και μου είπε ότι είναι κακό φένγκ σούι, λέει, να βάζεις τον κάκτο δίπλα από το παράθυρο.

Σκέφτηκα αμέσως:
«Είσαι με τα καλά σου, πού θες να το βάλω το λουλούδι; Πίσω από την πόρτα της τουαλέτας ή κάτω από το κρεβάτι;»

Είπα την επόμενη στιγμή:
«Δεν τα πιστεύω εγώ αυτά πουλάκι μου.»

Kι εκεί κάπου έληξε η συζήτηση.

Γιατί γεγονός είναι ότι ο κάκτος μου δεν ξέρει από φενγκ σούι. Ξέρει μόνο τη γωνιά του, που τη φωτίζει ο ήλιος από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμούλα της ημέρας. Και φροντίζει να μου το δείχνει κάθε μέρα με τον τρόπο του. Πριν πέντε χρόνια ήταν είκοσι εκατοστά ύψος. Τώρα πια, κοντεύει τα δύο μέτρα.

Τι σχέση έχει ο κάκτος με τον κινηματογράφο, θα με ρωτήσεις τώρα. Είναι πολύ απλό. Τα αγαπάω και τα δύο εξίσου. Και ποιά η σύνδεσις αυτών με το μπλόγκινγκ; Εγώ βρε χαζούλι. Εγώ γράφω, εσύ διαβάζεις. Εσύ γράφεις, εγώ διαβάζω. Εγώ κι εσύ μαζί.

Εννοείται ότι μετά από όλα αυτά, δεν μπορώ να εξηγήσω στο παραμικρό ποιός είναι ο λόγος για τον οποίον μπλογκάρω. Κι αν κάποτε το ερευνούσα λίγο παραπάνω, τώρα δεν με ενδιαφέρει κιόλας.

Γεγονός είναι ότι την επόμενη φορά που θα τρώω ομελέτα και μου κατέβει πάλι κάποιος τίτλος στο κεφάλι, θα προτιμήσω να με χτυπήσω με μία μυγοσκοτώστρα.

Advertisements

Filmstorming


«You don’t love me«, λέει η Τζούλια στον Μελ με ύφος συγκαταβατικό και μαμαδίστικο.
Και αν κοιτάξω προσεκτικά θα δω τη γαλάζια μεμβράνη των ματιών του Μελ να έχει ραγίσει σε μυριάδες χιλιάδες κομματάκια, πιο πολλά κι από τα μικροσκοπικά σωματίδια της αστερόσκονης που γεμίζουνε τους ουρανούς με πολύχρωμα συντριβάνια κάθε φορά που ένα πυροτέχνημα ξεψυχάει.
Έπειτα μπαίνει στο τρένο, βάζει το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του, η πόρτα κλείνει, η Τζούλια φωνάζει μετανιωμένη έξω από το παράθυρο ότι λυπάται, λυπάται για τί άραγε, αφού δεν ξέρει, το τρένο φεύγει, το κεφάλι δεν ανασηκώνεται, δε γυρίζει πίσω, παίρνει μαζί του τη δική του αλήθεια, δεν είναι ανάγκη να πείσει κανέναν άλλον γι αυτήν, απλά καμμιά φορά η πραγματικότητα παίζει κάτι περίεργα παιχνίδια στο μυαλό που όμως δεν πρέπει, δεν πρέπει σου λέω να τους δίδεται η παραμικρή σημασία.


Η Τζέσικα κοιτάζει τον Ντάστιν με βλέμμα τρυφερό.
«You know Dorothy, it’s funny and don’t take this the wrong way, but since I’ve met you, I’m so grateful to have you as a friend, and at the same time I feel lonelier than I ever have in my whole life… as if I want something I can never have.»
Και η φωνή της είναι τόσο βελούδινη, το πρόσωπό της τόσο γαλήνιο, το χαμόγελό της τόσο παραπονεμένο και αμήχανο, που ο Ντάστιν ξεχνάει τα γυναικεία του ρούχα, η σκηνή μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα αλλάζει εκατομμύρια αποχρώσεων, σχημάτων και γεύσεων, το γέλιο κερδίζει στα σημεία τον τρόμο, η επιθυμία χτυπάει νοκ-άουτ τον παραλογισμό, κι ο έρωτας ανθοφορεί με την πιο γλυκιά, πλατωνική, παιδική σχεδόν μορφή του:

«Will you loan me that little yellow outfit?…»

Θεωρίες Συνομωσίας και Τούτσι.
Έρωτας as it ought to be.
Με ένα χαμόγελο από το ένα αυτί μέχρι το άλλο αντί τέλους.
Και πριν, και μετά των τίτλων.

Fear not

…και κάποια μέρα θα σε λύσουν
μα θα φοβάσαι να φύγεις, θα τρέμεις
θα σε κλωτσάνε και θα σ’ αρέσει δικέ μου
σαν το σκυλί τους θα σ’ έχουν δικέ μου
μα δε θα έχεις ψυχή να το νιώσεις
θα είναι για σένα αργά…

Scream

Ετούτο το ΣΚ, πήγα στα πάτρια εδάφη, εκεί που σχεδόν νοιώθω τους ανθρώπους και τα μέρη πατρίδα μου. Τα πάτρια εδάφη μου, βρίσκονται στην περιοχή του νομού Φθιώτιδος και δη, της ευρείας περιοχής της πόλης της Λαμίας. Κι όταν λέμε ευρεία εννοούμε από την Πελασγία μέχρι τις Ράχες και την Αγιά-Μαρίνα, τον Καραβόμυλο και τη Στυλίδα, από τις Θερμοπύλες μέχρι τα Καμμένα Βούρλα, τον Άγιο Κωνσταντίνο και τις Λιβανάτες. Όταν είμασταν στην ηλικία των 18, τότε που πρωτοπήραν τα διπλώματα οδήγησης οι άντρες της παρέας, τρώγαμε όλους αυτούς τους δρόμους με το κουταλάκι, σαν σαντιγύ από γλυκό καραμέλλα. ‘Ηταν ωραίοι εκείνοι οι καιροί. Είμασταν παιδιά ανέμελα. Ακόμα δεν είχαμε γνωρίσει τον κόσμο και πολύ περισσότερο τους εαυτούς μας. Και είμασταν ωραίοι έτσι αφελείς και ανάλαφροι, με μόνη έγνοια στο μυαλό μας που θα πιούμε τον απογευματινό καφέ και σε ποιό μαγαζί θα βγούμε ν’ ακούσουμε τις ροκιές μας το βράδυ.

Μετά μεγαλώσαμε. Αρχίσανε τα προβλήματα, η ζωή μετά το σχολείο και το πανεπιστήμιο, οι άνθρωποι που μπαίνανε και βγαίνανε από τις ζωές μας, η αναζήτηση αυτού του καταραμένου inner self… Η πόλη στην οποία βρεθήκαμε και συνεχίσαμε να βρισκόμαστε, συνέχισε να είναι το σημείο αναφοράς μας κάθε τόσο, σε όποιο σημείο του ορίζοντα κι αν είμασταν χαμένοι, τα στέκια μας δεν αλλάζαν εύκολα γιατί μεγαλώναν μαζί με μας, οι άνθρωποι που βλέπαμε στο δρόμο παρέμεναν οι ίδιοι, πρόσωπα γνώριμα από το σχολείο, το φροντιστήριο, το γυμναστήριο.

Κι έτσι κάποια μέρα μάθαμε για τον αδερφό ενός συμμαθητή μας από το Γυμνάσιο.
Σκοτώθηκε ένα βράδυ λίγο έξω από τη Λαμία σε αυτοκινητιστικό.
Ύστερα μάθαμε και για κάποιον άλλον γνωστό, ακόμα πιο μετά και γι άλλον έναν…

Οι βόλτες μας στο επαρχιακό και το εθνικό δίκτυο έγιναν περισσότερο υποψιασμένες, το χέρι μου, που και που, άρχισε να σφίγγει το χερούλι της πόρτας την ώρα που ο Χ. έκανε προσπέραση σε νταλίκες, ήταν εκείνος ο καιρός που άρχισα να απεχθάνομαι τα δίπορτα αυτοκίνητα και την αίσθηση του παγιδευμένου ζώου όταν αναγκαζόμουν να κάτσω στο πίσω κάθισμα. Ήρθε κι εκείνο το απόγευμα, όταν είδαμε μία νταλίκα να βγάζει από το δρόμο ένα παλιό Opel και να το ρίχνει κάτω από μία γέφυρα ακριβώς μπροστά στα μάτια μας, στην Εθνική Οδό. Τότε που εγώ όρκισα το φόβο για φίλο μου κι αυτός πέρασε γύρω από το λαιμό μου πυρακτωμένο κολάρο. Οι δύο επιβάτες του αυτοκινήτου, ένας φαντάρος από την Ξάνθη και ο πατέρας του που είχε πάει να τον πάρει από το στρατόπεδο για την άδειά του, πέθαναν ακαριαία. Μετά απ’ αυτό, ήρθε η συνείδηση, το μέτρο. Όταν βγαίναμε έξω τα βράδυα, ξέραμε ποιός θα πιει και ποιός όχι. Και πάλι, με το που μπαίναμε στο αυτοκίνητο για να γυρίσουμε σπίτια μας και ακούγαμε τη μηχανή του αυτοκινήτου να μουγκρίζει, οι κόρες των ματιών μας συστέλλονταν αυτόματα, σαν να μας είχαν χτυπήσει προβολείς των δέκα χιλιάδων βατ. Κι έτσι αμίλητοι και με τα μάτια καρφωμένα στο δρόμο οδηγούσαμε όλοι μαζί, μέχρι που φτάναμε στις γνώριμες γειτονιές μας.

Το πέταλο του Μαλιακού, κάποτε φρούτο δροσερό και νόστιμο, πασπαλισμένο με αλάτι θαλασσινό και με γεύση ελευθερίας, είχε αλλάξει πλέον όψη και υφή για μας.


Κυριακή ξημερώματα, μόλις προχθές. Οδηγώ μόνη συντροφιά με τη φωνή του Marvin Gaye στις 4 το πρωί, στην χωρίς φώτα, κατασκότεινη παλιά Εθνική Οδό Λαμίας-Στυλίδος. Πολύ ζέστη, τα παράθυρα ορθάνοιχτα, η διάθεση γαλήνια. Ένας δαιμονισμένος με προσπερνάει, η ταχύτητά του πάνω από 140. Λευκό Πεζό Ραλί, όσο προλαβαίνω να το δω από πίσω. Βλέπω στο βάθος να αναβοσβήνει η μπλε σειρήνα. «Μπλόκο«, σκέφτομαι και κόβω κι άλλο ταχύτητα. Τα αλκοτέστ έχουν αυξηθεί θεαματικά στην περιοχή της Λαμίας τα τελευταία χρόνια – όπως και οι θάνατοι από τα τροχαία της. Πλησιάζοντας, βλέπω σπασμένα γυαλιά στο δρόμο, δύο περιπολικά και ένα Ι.Χ. μαύρο στην άκρη, ελαφρώς στραπατσαρισμένο. Οι μπάτσοι μου ρίχνουν το φως από το φακό σχεδόν μέσα στα μάτια μου την ώρα που περνάω από μπροστά. Με κοιτάζουν, τους κοιτάζω, βλέπω ότι είναι όλοι καλά, βλέπουν ότι φοράω τη ζώνη, η προτεραιότητά τους είναι προφανώς άλλη, μου κάνουν νόημα να φύγω.

Στα πεντακόσια μέτρα πιο κάτω και μετά από δεξιά στροφή, η καρδιά μου παγώνει. Κάθετα στο ρεύμα μου βρίσκεται αναποδογυρισμένο ένα ασημένιο σεντάν. Κομμάτια του πεταμένα και στα δύο ρεύματα, γυαλιά παντού, ένας κύριος με κίτρινο φωσφωριζέ γιλέκο τρέχει μέσα στο δρόμο να κλωτσήσει τα μεγαλύτερα κομμάτια μακρυά από το οδόστρωμα για να αποφύγει τα χειρότερα. Έχω κλείσει το ραδιόφωνο, η ταχύτητά μου είναι σχεδόν μηδενική. Καθώς ξεκινώ να περάσω στο απέναντι ρεύμα, καταλαβαίνω ότι ο άνθρωπος που κλωτσάει τις λαμαρίνες έχει στο πρόσωπό του ζωγραφισμένη μία έκφραση βιασύνης – και μόνο αυτή. Αμφιβάλλω αν με βλέπει, αν βλέπει οτιδήποτε άλλο μπροστά του εκείνη τη στιγμή, εκτός από τα σίδερα που παλεύει να πετάξει μακρυά με μανία.

Συνειδητοποιώ ξαφνικά το νόημα των κινήσεών του: το δυστύχημα ήταν εκείνης σχεδόν της στιγμής.
Ήταν ο πρώτος αφιχθής στο σημείο και ήταν μόνος του.
Άρα… ο οδηγός;…

Γυρίζω το κεφάλι μου στο αναποδογυρισμένο αμάξι. Κι εκεί, μέσα από μία κατάμαυρη άβυσσο, βλέπω να ξεχωρίζει μία φιγούρα ασημένια σαν το χρώμα του αυτοκινήτου, απροσδιόριστη, σαν ένα μεγάλο αιλουροειδές πεταμένο, ξεχυμένο το μισό έξω από το παράθυρο του οδηγού.

Το μόνο που πρόλαβα να δω πριν τραβήξω τα μάτια μου από πάνω του ήταν η κατακόκκινη, χωρίς σχήμα κορυφή του.
Τη βλέπω ακόμα μπροστά μου.

Κι αυτό που πρόλαβα ν’ ακούσω μέσα στην παγερή σιγαλιά της νύχτας ήταν το βογγητό του.
Έναν μακρόσυρτο αχ, ένα μοιρολόι ξεψυχισμένο να ικετεύει για βοήθεια, να σκορπάει πόνο σπαραχτικό.
Ακόμη μου τρυπάει τον εγκέφαλο.

Μετά από πεντακόσια μέτρα, είδα το ασθενοφόρο να σχίζει τη νύχτα αθόρυβα.
Έστριψα να πάω σπίτι μου από άλλο δρόμο.


Χτες που επέστρεψα στην Αθήνα του καύσωνα, τα φανάρια στο δρόμο μου ήταν όλα πράσινα.
Ένοιωθα το αυτοκίνητο να τσουλάει σχεδόν μόνο του, άκουγα τα λάστιχα να τσιρίζουν πάνω στην ελαφριά κατηφόρα της ασφάλτου.
Με κατέκλυσε πάλι εκείνη η αίσθηση της ελευθερίας.
Αλλά ήταν εκείνη η στιγμή που κοκκίνησαν ξανά τα πάντα μπροστά μου…


Έχουν φύγει αθώες ψυχές σε έναν πόλεμο που ουδέποτε επεδίωξαν να λάβουν μέρος. Κι αυτός ο πόλεμος δεν έχει μόνο ένα μέτωπο, έχει πολλά.
Μερικά είναι πολύ εύκολο να τα δούμε τώρα που μεγαλώσαμε πια, τώρα που η ζωή μας δεν είναι μόνο βόλτες σε καφετέριες και μπαράκια.
Αρκεί μόνο να ρίξουμε μία ματιά στον καθρέφτη.

Σ’ αγαπάει, τ’ ακούς;

Εκτός απ’ το έτερον ήμισι, σου έχουν χαμογελάσει αυθόρμητα κι αληθινά, άνθρωποι όλων των εθνικοτήτων κι όλων των ηλικιών, μέσα από τη νύχτα του χειμώνα, τη μελαγχολική βροχή του φθινοπώρου, τις μυρωδιές της άνοιξης και τον ήλιο του καλοκαιριού.

Αχ βρε μπουζμπούκε τυχερέ…

[τραπέζι από καφετέρια αεροδρομίου,
Ηράκλειο Κρήτης]