crazymonkey: θέμα νοοτροπίας

cm1

Ο πολύ αγαπητός blogger γραφίστας-designer-καλλιτέχνης Νάσος Κ. (a.k.a. crazymonkey), επαγγελματίας με άποψη που συνεχώς «ψάχνεται», εξελίσσεται, ωριμάζει — αλλά κυρίως με αστείρευτο κέφι που μεταφέρει στις ηλεκτρονικές σελίδες του δροσίζοντας τις αισθήσεις και προκαλώντας μας να σκεφτούμε, ανέβασε προχθές ένα ενδιαφέρον post με τίτλο θέμα νοοτροπίας. Διαβάστε το και προσπαθείστε να απομονώσετε το σκεπτικό από το θέμα (τη γραφιστική δημιουργία), γιατί φαίνεται πως τα προσκεφάλια των περισσότερων είναι τεράστια και μπορούν να καλύψουν τα πάντα…

Vita brevis: ξεκουνηθείτε.

So how should I presume?

Photo Sharing and Video Hosting at Photobucket

Σάββατο βράδι, χωρίς να το γνωρίζω, έχανα τη φίλη μου στο ποτάμι.
Την άλλη μέρα το πρωί το έμαθα ως είδηση. Ως γεγονός.

Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν δύσκολες, πολύ κοντά στον σουρεαλισμό. Αν δεν είχα φίλους γύρω μου, δεν θα την έβγαζα καθαρή.
Ακόμα και τώρα, αν προσπαθώ να γράψω για αυτό, είναι γιατί προσπαθώ να καταλάβω τι έγινε – και ως συνήθως, θεωρούμε ότι η γλώσσα δίνει μια λογική. Έστω κι αν αρνούμαι να πω καθαρά ότι η φίλη μου έχει πεθάνει. Η άρθρωσή αυτών των λέξεων αλλάζει πολλά.
Χτες ήταν η κηδεία της. Υποθέτω ότι η λογική της κηδείας είναι να δώσει ένα κλείσιμο, ώστε να μπορείς να πας παρακάτω.
Σε πιο παρακάτω, ομως;

Οι αλλαγές που επιφέρει ένα τέτοιο γεγονός εμφανίζονται σιγά σιγά, σαν μικρές ρωγμές στον τοίχο.
Σκέψεις, λόγια, που λίγο λίγο διαρρηγνύουν τα δεδομένα μου.
Όσοι μένουν πίσω, μένουν με τη νοηματοδότηση. Χωρίς καμία απάντηση.

Σίγουρα υπάρχει κάποιος λόγος, σε ένα μεταφυσικό, κοσμικό επίπεδο, και θα κάνω προσπάθεια να τον βρω.

Αποστραγγισμένη, δίπλα σε άλλους φίλους της, προσπάθησα να την αποχαιρετήσω. Όταν τελείωσε η ταφή, κατάλαβα ότι τώρα ναι, τελείωσε. Έγινε. Ακόμα κι αν δεν το πιστεύω. Και σταμάτησα να κλαίω.

Καλό σου ταξίδι κοριτσάκι μου.

Ο λόγος που μπλογκάρω

Κι εκεί που καταβρόχθιζα την ομελέτα μου, μου ήρθε ουρανοκατέβατος ένας τίτλος για ποστ.

«Ο λόγος που μπλογκάρω»

Κι έτσι όπως τον κοίταζα, μου φάνηκε για κάποιον λόγο γελοίος.

Σκέφτηκα ότι το να δώσω έναν λόγο για τον οποίον μπλογκάρω, είναι σαν να προσπαθώ να εξηγήσω για ποιόν λόγο ας πούμε μου αρέσει ο κινηματογράφος. Όχι ο Αμερικάνικος ή ο Ευρωπαϊκός, ούτε ο άντεργκράουντ, ούτε ο Κουστουριτσαίικος, ούτε ο Κουνγκ-Φου-Μαν-Τσου, ούτε ο βουβός και τα μιούζικαλ, ούτε τα κινούμενα σχέδια (όχι, βοήθεια, μη τα μεταγλωτισμένα!), ούτε καν ο αγαπημένος μου Χάρπο. Αλλά γενικά ο κινηματογράφος.
Γίνεται να εξηγήσω κάτι τέτοιο;
Δε γίνεται.
Όχι χωρίς τον κίνδυνο του να υπερ-απλουστεύσω (εχμ, επειδή μ’ αρέσει;…) ή να υπερ-γενικεύσω (διότι όλοι εμείς οι μπλόγκερς είμεθα άνθρωποι ανήσυχοι και κατά βάθος μοναχικοί – είμεθα και παιδιά καλά, από σπίτι, με καλή ανατροφή, αλλά δυστυχώς στο οικονομικό θα τα χαλάσουμε λίγο).

Ο γείτονάς μου σήμερα ήρθε σπίτι, έριξε μία ματιά στον κάκτο μου, το καμάρι του σαλονιού μου, και μου είπε ότι είναι κακό φένγκ σούι, λέει, να βάζεις τον κάκτο δίπλα από το παράθυρο.

Σκέφτηκα αμέσως:
«Είσαι με τα καλά σου, πού θες να το βάλω το λουλούδι; Πίσω από την πόρτα της τουαλέτας ή κάτω από το κρεβάτι;»

Είπα την επόμενη στιγμή:
«Δεν τα πιστεύω εγώ αυτά πουλάκι μου.»

Kι εκεί κάπου έληξε η συζήτηση.

Γιατί γεγονός είναι ότι ο κάκτος μου δεν ξέρει από φενγκ σούι. Ξέρει μόνο τη γωνιά του, που τη φωτίζει ο ήλιος από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμούλα της ημέρας. Και φροντίζει να μου το δείχνει κάθε μέρα με τον τρόπο του. Πριν πέντε χρόνια ήταν είκοσι εκατοστά ύψος. Τώρα πια, κοντεύει τα δύο μέτρα.

Τι σχέση έχει ο κάκτος με τον κινηματογράφο, θα με ρωτήσεις τώρα. Είναι πολύ απλό. Τα αγαπάω και τα δύο εξίσου. Και ποιά η σύνδεσις αυτών με το μπλόγκινγκ; Εγώ βρε χαζούλι. Εγώ γράφω, εσύ διαβάζεις. Εσύ γράφεις, εγώ διαβάζω. Εγώ κι εσύ μαζί.

Εννοείται ότι μετά από όλα αυτά, δεν μπορώ να εξηγήσω στο παραμικρό ποιός είναι ο λόγος για τον οποίον μπλογκάρω. Κι αν κάποτε το ερευνούσα λίγο παραπάνω, τώρα δεν με ενδιαφέρει κιόλας.

Γεγονός είναι ότι την επόμενη φορά που θα τρώω ομελέτα και μου κατέβει πάλι κάποιος τίτλος στο κεφάλι, θα προτιμήσω να με χτυπήσω με μία μυγοσκοτώστρα.

Filmstorming


«You don’t love me«, λέει η Τζούλια στον Μελ με ύφος συγκαταβατικό και μαμαδίστικο.
Και αν κοιτάξω προσεκτικά θα δω τη γαλάζια μεμβράνη των ματιών του Μελ να έχει ραγίσει σε μυριάδες χιλιάδες κομματάκια, πιο πολλά κι από τα μικροσκοπικά σωματίδια της αστερόσκονης που γεμίζουνε τους ουρανούς με πολύχρωμα συντριβάνια κάθε φορά που ένα πυροτέχνημα ξεψυχάει.
Έπειτα μπαίνει στο τρένο, βάζει το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του, η πόρτα κλείνει, η Τζούλια φωνάζει μετανιωμένη έξω από το παράθυρο ότι λυπάται, λυπάται για τί άραγε, αφού δεν ξέρει, το τρένο φεύγει, το κεφάλι δεν ανασηκώνεται, δε γυρίζει πίσω, παίρνει μαζί του τη δική του αλήθεια, δεν είναι ανάγκη να πείσει κανέναν άλλον γι αυτήν, απλά καμμιά φορά η πραγματικότητα παίζει κάτι περίεργα παιχνίδια στο μυαλό που όμως δεν πρέπει, δεν πρέπει σου λέω να τους δίδεται η παραμικρή σημασία.


Η Τζέσικα κοιτάζει τον Ντάστιν με βλέμμα τρυφερό.
«You know Dorothy, it’s funny and don’t take this the wrong way, but since I’ve met you, I’m so grateful to have you as a friend, and at the same time I feel lonelier than I ever have in my whole life… as if I want something I can never have.»
Και η φωνή της είναι τόσο βελούδινη, το πρόσωπό της τόσο γαλήνιο, το χαμόγελό της τόσο παραπονεμένο και αμήχανο, που ο Ντάστιν ξεχνάει τα γυναικεία του ρούχα, η σκηνή μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα αλλάζει εκατομμύρια αποχρώσεων, σχημάτων και γεύσεων, το γέλιο κερδίζει στα σημεία τον τρόμο, η επιθυμία χτυπάει νοκ-άουτ τον παραλογισμό, κι ο έρωτας ανθοφορεί με την πιο γλυκιά, πλατωνική, παιδική σχεδόν μορφή του:

«Will you loan me that little yellow outfit?…»

Θεωρίες Συνομωσίας και Τούτσι.
Έρωτας as it ought to be.
Με ένα χαμόγελο από το ένα αυτί μέχρι το άλλο αντί τέλους.
Και πριν, και μετά των τίτλων.

Και όμως, κινείται

1738.jpg

Χτες το βράδι είδα (επιτέλους) τις Ζωές των Άλλων.
Πέρα από τις συζητήσεις του γιατί όλοι οι άλλοι βουτάνε στα απόνερα της ιστορίας τους, εκτός από εμάς, που την κοιτάμε από μακριά με φόβο και με τον σκυλοκαυγά μεταξύ των ειδημόνων να καραδοκεί στη γωνία, αυτό που βλέπεις λέει: κοίτα με πόσο απλά υλικά φτιάχνεται ένα αριστούργημα.
Με μόνο μέσο τα σώματα και τα βλέμματα.
Και όλα παίζονται εκεί: στο βλέμμα του Βίσλερ, που σε όλη την ταινία μιλάει, ψελλίζει, κλαίει, φωνάζει, ελπίζει, πεθαίνει και επιθυμεί, μέχρι που καταρρέει με την κατάρρευση των ονείρων, των πιστεύω και του Τείχους (εσωτερικού και εξωτερικού).
Σε εκείνο το βλέμμα συμβαίνουν τα πάντα.
Ό,τι και να πει κανείς για αυτό το πρόσωπο, του Ulrich Muhe, θα είναι λίγο.

leben_anderen.jpg

Κάπου ανάμεσα στην ιστορική και τη συλλογική ευθύνη και τον έρωτα, οι ανθρώπινες αδυναμίες γλιστρούν από τις ραγισματιές και στο τέλος, κάποιος μπορεί ακόμα να κοιτάζεται στον καθρέφτη έχοντας πληρώσει ακριβά.
Σωσμένοι, προδομένοι, επιζώντες, ο καθένας με τη δική του λύτρωση. Αυτή που θα τον κάνει πια να ανασάνει ξανά.

Αγάπα με – αν τολμάς

rosesm

Σε κάποιο αθηναϊκό θέατρο παίζεται μια συμπαθητική παράσταση που λέγεται «Το Μαγαζάκι του Τρόμου». Εκεί, ένα γιγάντιο σαρκοβόρο φυτό καταβροχθίζει τα όνειρα, τις ελπίδες και τα παΐδια των πάντων στο πέρασμά του. Εδώ, καθώς κοιτάω τις βιτρίνες με τα περιπλεγμένα σε σχήμα καρδιάς τριαντάφυλλα, νιώθω τα παΐδια μου να συνθλίβονται με τον ίδιο τρομαχτικό τρόπο…

Οι δύο πρώτοι μήνες του χρόνου είναι σαν τα Ο. Υ. Κ: αν είσαι τυχερός και καταφέρεις να επιβιώσεις, ο υπόλοιπος χρόνος φαίνεται παιχνιδάκι. Τρίλιζα. Αλλά είναι καθαρά θέμα τύχης. Αν κατά τύχη ορθοπόδησες από τη συνωμοσία της γαλοπούλας και τον ορυμαγδό θετικών σκέψεων, αν κατά τύχη η πιστωτική σου δεν έχει τεθεί ήδη σε απόσυρση από τα γιορτινά ψώνια (συγχαρητήρια, με παντρεύεσαι;), αν κατά τύχη η face to κοιλιά συνάντηση σου με τον ερυθρόλευκο άγιο δεν απέβη μοιραία… Τότε μην ανησυχείς. Τα πράγματα μπορούν πάντα να γίνουν χειρότερα.

Σαν εκείνο το αρκουδάκι ας πούμε: ήταν λούτρινο. Και ροζ. Και με ένα τεράστιο λούτρινο κόκκινο τριαντάφυλλο στο ένα χέρι, το οποίο όταν του πάταγες την κοιλιά κουνιόταν. Και τραγούδαγε και το «Love me Tender». Και ο δωρητής του με κοίταζε με νόημα περιμένοντας τη στιγμή που θα λιποθυμήσω από συγκίνηση… Λοιπόν, είμαι πολύ ρομαντικός άνθρωπος. Πάρα πολύ, αηδιαστικά πολύ ρομαντικός. Έχω κλάψει με επεισόδιο του Παρά Πέντε, με διαφημίσεις της Coca Cola, ακόμα και με ένα ξερό φύλλο στο δρόμο που αν το κοίταζες από κάτω και αριστερά το σχήμα του ήταν λίγο σαν καρδούλα (τι θα πει δεν είμαι ρομαντική, απλώς κλαψιάρα;;;) αλλά αυτό το σκηνικό δεν στάθηκε ικανό να εγείρει ούτε ένα δάκρυ μου. Ίσως μισό, για την άδικη αρκουδοκτονία της αισθητικής μου.

Ωραία. Και τώρα τι λένε, εκτός από «ευχαριστώ, ο σκουπιδοτενεκές είναι πίσω στα δεξιά σου»; Η πλάκα είναι ότι αυτό το κιτς χνουδωτό τερατούργημα, αυτός ο εφιάλτης στο δρόμο με τα Jumbo δεν ήταν θύμα κάποιας τραγικής επετείου, κάποιας μοιραίας γιορτής ή έστω κάποιας καλής (μου) πράξης. Ήταν έτσι. Επειδή «χαιρόταν που είμαστε μαζί». Και δεν ξέρω αν χαρήκατε εσείς, εγώ πάντως ένα ψυχρό κύμα αμφιβολίας το ένιωσα. Του είχα ή δεν του είχα επανειλημμένως τονίσει ότι το μόνο αποδεκτό αρκουδάκι στην περιμετρική ζώνη του στιλ μου είναι αυτό των TOUS (κι αυτό ως pattern σε δερμάτινη τσάντα, μην τρελαθούμε); Με ξέρει ή δεν με ξέρει; Ρήμαξε ή δεν ρήμαξε την ντουλάπα της 8χρονης ανιψούλας του ελλείψει χρόνου και διάθεσης να ασχοληθεί πραγματικά μαζί μου; Να χωρίσει κανείς ή να μη χωρίσει;

Είμαστε περίεργα ψυχαναγκαστικοί εμείς οι άνθρωποι. Μερικές μέρες το χρόνο αποφασίζουμε αυθορμήτως να υιοθετήσουμε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά τόσο παράταιρη όσο η Έφη Θώδη στην καριέρα του Τζορτζ Μάικλ. Σαν του Αγίου Βαλεντίνου ας πούμε. Πάλι και φέτος γίναμε ρομαντικοί με συγκεκριμένα λόγια, συγκεκριμένη μουσική και συγκεκριμένο άρωμα. Τι θα πει ρομαντισμός; Γιατί ένα αρχαίο άσμα του Έλβις, του Νατ Κινγκ Κόουλ, του Ιγκλέσιας ή κάποιου άλλου αοιδού τα τραγούδια των οποίων έχουμε ομόφωνα αναγάγει σε εξεταστέα ύλη για κάθε Καζανόβα που σέβεται τον εαυτό του θα πρέπει να με συγκινήσει – ΟΤΑΝ ΥΠΟ ΝΟΡΜΑΛ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΜΕ ΑΦΗΝΕΙ ΑΔΙΑΦΟΡΗ; Γιατί είναι ρομαντικό να μεταλλαχθεί ο καλός μου σε κάτι άλλο από αυτό που είναι, όταν αυτό που είναι απεχθάνεται τα στημένα λόγια, το ροζ χρώμα και τα κεράκια που σου πονάνε τα μάτια και αφήνουν στα μαλλιά μία ευχάριστη επίγευση πατσουλί και σανταλόξυλου;

Για να μην πω για τα τριαντάφυλλα. Δεν ξέρω ποιος αποφάσισε ότι τα έρμα αυτά λουλούδια πρέπει να υπακούνε σε κανόνες, χρωματολογικούς περιορισμούς και υποσυνείδητα μηνύματα. Δηλαδή δεν μπορείς απλώς να στείλεις λουλούδια στον άνθρωπο σου αν θες, πρέπει να ξέρεις και τι υπονοείς – διαφορετικά παίζει να πάρει η κοπέλα σου την larger than life ανθοδέσμη και να στην φέρει στο κεφάλι αποκαλώντας σε διπρόσωπο υποκριτή (μα κι εσύ, 12 άσπρα και 13 κόκκινα τριαντάφυλλα; Έλεος, αγάπη μου!!!). Όχι. Το κόκκινο τριαντάφυλλο υποδηλώνει ερωτικό πάθος (σεξ), το ροζ ερωτική τρυφερότητα (δείπνο και μετά σεξ) και το λευκό αγνότητα (δείπνο, το λογαριασμό διά δύο και γεια σας). Το μπλε είναι σαν βιομηχανικό απόβλητο, σαν κάτι που θα κράταγε ο Tommy Lee Jones ως Harvey Twoface στον Batman αλλά σύμφωνα με μια φίλη μου συμβολίζει «την τραγική αγάπη». Το σωμονπορτοκαλί θυμίζει αυτοκτονία ροδάκινου μπροστά σε ένα ηλιοβασίλεμα ζάχαρης – αλλά σύμφωνα με έναν (πρώην, φυσικά. Ναι, ήταν αυτός με το αρκουδάκι) φίλο μου, συμβολίζει «το γλυκό χαρακτήρα μιας κοπέλας σαν κι εσένα»… Σαν κι εμένα.  Εμένα που σημειωτέον δεν μ’ αρέσουν τα τριαντάφυλλα, εκτός κι αν είναι κίτρινα (ναι, μίσος, ευχαριστώ).

Δεν είμαι εξ’ ορισμού αντιδραστική. Αλήθεια. Ένα κορίτσι είμαι κι εγώ σαν όλα τ’ άλλα: που θέλει τα φαγητά του στα κομψά εστιατόρια (απλά όχι αστακομακαρονάδα), τις ρομαντικές βόλτες κάτω από το σεληνόφως (απλά με υπόκρουση Placebo), την ανθοδέσμη που κατά βάθος ψιθυρίζει «Θέλω να μείνω μέσα και να δω αγώνα. Είναι το κύπελλο Ουέφα αγάπη μου!»… Απλά θέλω αυτός που θα είναι στην ευχάριστη θέση να μου τα προσφέρει, να το θέλει. Κι όχι να είναι αναγκασμένος από μένα, το ημερολόγιο ή τις στρώσεις σαντιγί στα haute couture ζαχαροπλαστεία. Κι αυτό νομίζω, ισχύει για όλες τις γυναίκες. Καμιά δεν είναι ικανοποιημένη με απλώς μια ανθοδέσμη στις 14 Φλεβάρη. Απλά αν δεν την έχει και τότε, ξεσπάει για όλες τις υπόλοιπες μέρες που νιώθει ότι δικαιωματικά της οφειλόταν.

Κι αν την έχει; Για μένα αυτό είναι το πιο τρομακτικό σενάριο απ’ όλα. Αν ξυπνήσω μια μέρα 14 Φλεβάρη και τα έχω όλα; Και το πρωινό στο κρεβάτι και τα λουλούδια στο γραφείο και την τούρτα σε σχήμα καρδιάς και το δείπνο σε ρομαντικό εστιατόριο όπου με υπόκρουση βιολιών θα μου κάνει ερωτική εξομολόγηση πριν καταλήξουμε στο χαλί δίπλα στο τζάκι κάνοντας ρομαντικό αλλά παθιασμένο σεξ με υπόκρουση τουλάχιστον Barry White; Καταρχάς μιλάμε για πολλές θερμίδες. Και πολλά έξοδα, κανένα από τα οποία δεν έχει 12ποντο τακούνι ή έστω λεοπάρ τελείωμα. Κατά δεύτερον, ποια λογική, συνειδητοποιημένη, πραγματίστρια γυναίκα θα ήθελε μετά από κάτι τέτοιο να πάει στη δουλειά κανονικά στις 15 το πρωί, να πιει εσπρέσσο με ζαχαρίνη για να εξιλεωθεί για την χτεσινή κραιπάλη και να γυρίσει μετά από 9 ώρες αγχωτικής δουλειάς σε ένα σπίτι άδειο; Εκείνος θα έχει βγει με τα παιδιά για κανά ποτάκι. Δεν τα είδε μωρέ χτες.

Το ωραίο με τις ρομαντικές ταινίες, αυτό που τις κάνει ρομαντικές και αξιοδάκρυστες, είναι το ότι σε αφήνουν να αιωρείσαι για πάντα στη στιγμή της κορύφωσης. Δεν σου δείχνουν το μετά. Εκεί δηλαδή που η glamorous πρωταγωνίστρια ξυπνάει το πρωί με φριζαρισμένο μαλλί, αποξηραμένη επιδερμίδα και μουτζουρωμένο eye liner και απλώς θέλει να αλλάξει πλευρό να ξανακοιμηθεί – αφού σκουντήξει πρώτα τον γλυκό πρίγκιπα να πάει λίγο πιο κει. Ή εκεί που ο γλυκός πρίγκιπας έχει νεύρα γιατί κόβει το τσιγάρο, ή γιατί έχασε η ομάδα του της οποίας τον αγώνα δεν είδε καν γιατί ήταν μαζί με τη glamorous πρωταγωνίστρια που τώρα τον καθυστερεί με τη γκρίνια της και τι τον νοιάζει εκείνον που δεν είχε μαζί της ξεβαφτικό ματιών μπλα μπλα μπλα μπλα…

Δε λέω να ζήσουμε μια ζωή χωρίς ρομάντζο, ακριβώς το αντίθετο. Θέλω το ρομάντζο να υπάρχει καθημερινά στη ζωή μας σαν αγαπημένο σοκολατάκι με γνώριμη γέμιση κι όχι να μου σκάσει όλο ξαφνικά μια μέρα στη μούρη σαν supersize σουφλέ σοκολάτας – και κατόπιν να το ψάχνω με το μικροσκόπιο, πουν’ το πουν’ το, το ρομαντζάκι… Θέλω λουλούδια στα γενέθλια μου, κίτρινα τριαντάφυλλα ευχαριστώ. Αλλά αν μου τα κάνεις 3 μέρες πριν ή 4 μήνες μετά θα ανακουφιστώ: τελικά ίσως το κάνεις επειδή το θέλεις (που το θέλεις) κι όχι επειδή είμαι σκύλα (που είμαι). Επειδή χαίρεσαι πραγματικά που είμαστε μαζί. Και επειδή είσαι κι έξυπνος άνθρωπος, θα έχεις ήδη μάθει από τον προκάτοχό σου ότι αν σκεφτείς να μου κάνεις δώρο αυθορμήτως, καλύτερα να είναι κάτι με το οποίο θα χαρώ κι εγώ κι όχι μόνο οι σκουπιδιάρηδες του Δήμου Αθηναίων. Και προς Θεού, όχι αρκουδάκι. Εκτός αν είναι TOUS

Υ.Γ. Φέτος πέρασα τις 14 Φλεβάρη μπροστά στον υπολογιστή μου. Δεν είχα ούτε ένα λούτρινο ή ροζ αρκουδάκι και δεν είχα καθόλου ροζ ή λούτρινα τριαντάφυλλα. Είχα όμως καλό φαγητό από delivery (όχι αστακομακαρονάδα), ατμοσφαιρική μουσική στο Windows Media player (όχι Ιγκλέσιας) και πολλά κεράκια στο 3D screensaver (όχι πατσουλί, όχι σανταλόξυλο σε μάτια και μαλλιά). Το αν πέρασα αντισυμβατικά, θλιμμένα, παράξενα ή απλώς υπέροχα είναι ένα άλλο θέμα. Πάντως σίγουρα δεν ήταν δήθεν. Ούτε έκανε τα παΐδια μου να συνθλίβονται τρομακτικά στη σκέψη ότι την επόμενη μέρα που θα ξυπνήσουμε, και εκείνος και εγώ θα είμαστε κάτι άλλο, κάτι πιο πεζό από αυτό που ήμασταν σήμερα…