Αθώο σαν χιόνι

byebyenow

Έκανα λάθος: ειδοποίησα όλα τα παιδιά της «Νοοτροπίας» ότι κλείνουμε στις 30/6, κλείνουμε για τα καλά. Κλείνει ένας κύκλος, τους έγραψα, μιας και φαίνεται ότι (σαν μπλογκ τουλάχιστον) κουραστήκαμε και δεν περισσεύει χρόνος να προσφέρουμε κάτι από ‘δώ, ας σταματήσουμε. Ας κρατήσουμε την καλή παρέα που δημιουργήθηκε, τις περιστασιακές εξόδους σε μπαράκια, εστιατόρια και καφέ, τα τραπέζια με το χύμα κρασί του Άρη, τα γλυκά της Τίνας, τα γέλια του Ηλία, την απουσία του Σράοσα και τα κρυολογήματα της Εύης… Είναι καλό που φτιάχτηκε μια παρέα απ’ το ηλεκτρονικό τίποτα, που επιλέχθηκαν κάποια άτομα με βάση τα ίχνη τους σε μια οθόνη και τελικά φάνηκε ότι πίσω απ’ τις ενδιαφέρουσες περσόνες κρυβόταν πραγματικά ενδιαφέροντες άνθρωποι. Όμως έκανα λάθος. Οι κύκλοι κλείνουν πάντα τον Αύγουστο, δεν μπορείς να τους υποχρεώσεις να κλείσουν Ιούνη μήνα. Τον Ιούνιο οι δουλειές είναι φουντωμένες, οι υποχρεώσεις πολλές, ο ελεύθερος χρόνος ελάχιστος. Πρέπει λοιπόν να περιμένουμε τον Αύγουστο; Μα τον Αύγουστο όλοι λείπουν, σε ακρογιαλιές και σκηνές, με παιδιά, σκυλιά και ψηφιακές βιντεοκάμερες, με το αμόρε του καλοκαιριού ή τη συνηθισμένη μπακουροπαρέα. Ποιός θα βρεθεί να κατεβάσει τα ρολλά; Ποιός ενδιαφέρεται αν υπάρχει ή όχι ένα μπλογκ μεσ’ τον Αύγουστο; Διαβάζει κανείς τίποτ’ άλλο από λαδωμένα με αντηλικακό χοντρά βιβλία του συρμού σε πλαστικές σεζ-λονγκ; Ίσως καμιά αθλητική για τις τελευταίες μεταγγραφές. Και τα ζώδια, αν έχει παραμείνει μόνος/η και οι διακοπές κοντεύουν να τελειώσουν. Μπλογκ όμως όχι. Κανείς.

Γι αυτό είναι η σωστή στιγμή ο «τρομερός μήνας Αύγουστος». Δε σε παρακολουθεί κανείς. Μπαίνεις με τον κωδικό του διαχειριστή, κάνεις κλικ στα ανάλογα κουτάκια και φσσσσσστ! — το μπλογκ εξαφανίζεται: παγώνει στο χρόνο, από ρευστό που είναι, και βυθίζεται σα πέτρα. Ακαριαία, το διπλανό μπλογκ μετακινείται ελάχιστα και καλύπτει το κενό. Κάποιες τελευταίες φυσαλλίδες κάνουν μπλουρπ κι εξαφανίζονται κι αυτές. Όλα τα εύκολα ίχνη χάνονται. Χαμογελάς γιατί ξέρεις ότι αυτοί που ενδιαφέρονται θα βουτήξουν όσο βαθιά κι αν πάει. Ξαναδιαβάζεις τα απαντητικά μηνύματα των παιδιών του μπλογκ και ξύνεις το κεφάλι σου. Ενα χαμόγελο μικρό, από την Εύη:

Ήθελα εδώ και καιρό να πω δυνατά ένα αντίο σ’ ένα κομμάτι καιρού που έχει πάνω του τα σημάδια μιας εποχής αφελούς ομορφιάς και ανυποψίας. Έχει η ζωή γυρίσματα και μου δόθηκε αυτή η ευκαιρία λοιπόν, να φαντάζει σαν πρόβα τζενεράλε. Κι επειδή το λεγάμενο κομμάτι είναι πολύ μεγάλο, το χαμόγελο του αποχαιρετισμού θα είναι μικρό.
Τόσο μικρό όσο η στιγμούλα που παίρνει στο βλέφαρο ν’ ανοιγοκλείσει.
Σαν μια παλιά φωτογραφία που αιχμαλωτίζεται στο πέρασμα του χρόνου και μένει εκεί να θυμίζει ένα αεράκι που μοσχοβολάει από μια άνοιξη που δεν θα ξανάρθει.
Έχω αφήσει πίσω μου σπίτια πολλά – ετούτο χαίρομαι πολύ που θα μείνει εδώ και θα μου δίνει καταφύγιο προσφέροντάς μου δροσερές ανάσες άλλων καιρών.
Να είστε όλοι καλά και καλή αντάμωση, όπου και όποτε ξανά.

Τα μπλογκ είναι σαν σπίτια λοιπόν. Το χειμώνα, όταν χιονίζει, να ρίχνετε μια ματιά σε τούτο δω. Η φωτιά θα είναι αναμμένη, το μπουρί θα καπνίζει, και μέσα θα’ ναι ζεστά, τόσο ζεστά όσο ένα χαμόγελο μπορεί να ζεστάνει. Χαίρομαι που τα περισσότερα, αν όχι όλα, που γράφηκαν σε τούτο το μπλογκ προκαλούν ένα χαμόγελο. Σα δύστροπος που είμαι, ξέρω καλά την αξία ενός χαμόγελου. Να είστε όλοι καλά.

Advertisements

Δρόμοι Ζωής: το όμορφο πρόσωπο της Ελλάδας

Η ιστορία ξεκίνησε πριν από περίπου 10 χρόνια. Την ξεκίνησαν ο Κώστας και η Μάτα Βαρλά με μια παρέα φίλων, στην προσπάθειά τους, αρχικά, να ανιχνεύσουν μέσα τους ποιότητες και δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης. Ένα σεμινάριο συνταξιούχων κοινωνικών λειτουργών για τα παιδιά των φαναριών κι ένας δάσκαλος, τους έδειξαν το δρόμο για το Γκάζι.

Η πρώτη επαφή με τα παιδιά, έγινε συμπτωματικά τέτοια εποχή πριν 10 χρόνια. Στη γιορτή του σχολείου. Λίγο μετά μια δεύτερη προσέγγιση έγινε στο καφενείο της γειτονιάς, με τους γονείς, τους πατεράδες των παιδιών… [Η συνέχεια εδώ]

ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ 6-10-2007 ΚΑΙ ΩΡΑ 12.30 ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΜΠΑΖΑΡ.

Η ομάδα θα αποτελείται από παιδιά και ενήλικες εθελοντές και θα έχει στόχο να φτιάξουμε όλοι μαζί διάφορα αντικείμενα προς πώληση στο μπαζάρ (Χριστουγεννιάτικα στολίδια, κορνίζες κα άλλα αντικείμενα από ψυχρό πηλό και άλλα υλικά, κεριά, σακκουλάκια με αρωματικά, κοσμήματα κλπ).

ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΤΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΕΕΣ ΣΑΣ!

Τα παιδιά που θέλουν να συμμετέχουν μπορούν να δηλώσουν συμμετοχή στο Κέντρο Επικοινωνίας. Παρακαλούνται και όσοι εθελοντές έχουν διάθεση να συμμετέχουν στην ομάδα, να καταθέσουν το κέφι και τις δεξιότητές τους.

Για πληροφορίες και δηλώσεις: ANTΩΝΙΑ ΚΥΡΙΤΣΗ, e-mail : antkyr(@)hol.gr

Shame on you, τρυποκάρυδε

typer

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου (λίγο μετά που άρχισα να περπατάω δηλαδή) είχα blog. Όχι ένα ή δύο, πολλά – πάμπολλα blogs. Το πρώτο ήτανε της νονάς μου, που ευθύνεται καθ’ολοκληρίαν διότι με παρέσυρε στη μπλογκόσφαιρα. Το έκλεισε βέβαια μόλις αντελήφθη ότι είχε χάσει τον έλεγχο και ότι εγώ είχα εξελιχθεί (υπογείως και δολίως) στον αδιαφιλονίκητο μάστορα (master) του θλιμμένου blog της (κάτι σαν «Χρυσάνθεμα» το έλεγε, όλο για ποίηση και φούμαρα έγραφε, μπλιαχ δηλαδή). Με το που είδε την πρώτη πιπεράτη ιστορία μου (ναι, για τη Μαργαρίτα και το βρακάκι της), η νονά στύλωσε τα (ωραιότατα) πόδια της, αποδέχτηκε τον γάμο από προξενιό με μόνιμο λοχία προβολικού (ΕΛΔΥΚ) που της πρότεινε εκείνη την εποχή μια θειά της και έκλεισε δια παντός το blog της. Δήθεν για να με προφυλάξει από τις ακολασίες, ως ώφειλε έναντι του Κυρίου. Μάταιος κόπος βέβαια, καθώς αμέσως άνοιξα τέσσερα δικά μου blogs, με ψευδώνυμα εμπνευσμένα από παιδικά περιοδικά της εποχής (Μπλεκ, Όμπραξ, Τιραμόλα και Σεραφίνο…). Aπέκλεισα το ενδεχόμενο να ενοχοποιηθώ καθώς ήταν γνωστό τοις πάσι ότι εγώ διάβαζα μόνο Μικρό Καουμπόι (Ντιάνα, Πεπίτο και σία). Επιπλέον, η σύνδεση ήταν στο όνομα της αδερφής μου, η οποία και δέχθηκε ουκ ολίγες φορές το τραχύ δέρμα του ζωναριού του πατέρα μας στον αφράτο πισινό της «για τα ρεζιλίκια» εκείνα. Πολύ αργότερα συνέδεσε το βρωμόξυλο που έτρωγε με την αφεντιά μου. Ήταν όμως πλέον πάρα, μα πάρα πολύ αργά. Είχα αλλάξει επίθετο και υιοθετηθεί από — αλλά αυτή είναι μια άσχετη ιστορία.

Ο λόγος που μπλογκάρω ασύστολα και με εκατόν επτά διαφορετικά νιξ (ταυτότητες στην ιντερνετική διάλεκτο, της οποίας υπήρξα και μητέρα για ένα διάστημα), εξακολουθεί να μου διαφεύγει και μάλλον σας είναι αδιάφορος. Πριν από λίγο καιρό έστειλα με εγκεφαλικά κύματα το ερώτημα στη mindstripper μπας και βγάλει αυτή το φίδι από την τρύπα αλλά, όπως γνωρίζετε ήδη, τζίφος. Δεν έκατσα να σκάσω κι όλας. Ως λαοπρόβλητος ηγέτης της παράταξης που ίδρυσα και στελέχωσα επί δεκαετίες (δεν θυμάμαι να την ψήφισα ποτέ μα δεν παίρνω και όρκο ότι κατέβηκε και σε τίποτα εκλογές με εξαίρεση εκείνη τη γενική συνέλευση της πολυκατοικίας στο Παλιό Φάληρο) μπορώ να διαβεβαιώσω το πόπολο (που λέει κι ο γνωστός πορδαναλυτής Τζ. Μακμάνος) ότι όλα πάνε κατά διαόλου. Και εξηγώ.

Ακολουθώντας ένα σχόλιο του Πρόβια, έφτασα σε μιαν απείρου κάλλους σελίδα (νομίζω ήτανε η σελίδα 9 ή 19) όπου πληροφορήθηκα ότι το Σάββατο, μεθαύριο ντε, διοργανώνεται κάτι σα συνέδριο για bloggers στη Νιό, με ομιλητές κύρους από χώρες μπροστάρισες και καινοτόμες (Καναδά, Κρήτη κλπ) και όπου «θα τα poune ola». Αμέσως μου δημιουργήθηκαν ατελείωτες σειρές αναπάντητων ερωτημάτων.
1ον – Υπάρχουνε κι άλλοι μπλόγκερς εκτός των εργατών και φίλων της Νοοτροπίας;;;
2ον – Εγώ, γιατί δεν προσκλήθηκα ως ομιλητής;; Έστω, ως διακεκριμένος και παιδιόθεν μπλόγκερ;
3ον – Έχει πάει κανένας άλλος απ’ όλους αυτούς τους partaola στο Τόκιο να στέλνει φωτο-μπλογκο-ανταποκρίσεις; Εε;
4ον – Ποιόν να ενοχλήσω για καμιά τζαμπέ πρόσκληση και σουίτα στο ξενοδοχείο;

Μόλις καταλάγιασε λίγο ο θυμός μου, διάβασα τα ψιλά γράμματα και αντελήφθην αμέσως την πάσα αλήθεια. Πρόκειται για ωμό προεκλογικό τέχνασμα του Κώστα Λαλιώτη, άρτι επανακάμψαντος ποδηγέτη του PassTalk, ο οποίος, παίζων άνευ αντιπάλου (ο Σπηλιωτόπουλος έχει παροπλισθεί για λόγους που έχουν να κάνουν μ’ ένα πορτοκαλί σακάκι – ατυχής επιλογή Άρη μου) επιχειρεί να ποδηγετήσει και την ελληνική μπλογκόσφαιρα! Πήρα αμέσως τηλέφωνο τον Φραγκούλη να ρωτήσω αν κατά τη γνώμη του ο (συμπαθέστατος κατά τα άλλα — ποιά άλλα, μια μπριζόλα έχουμε φάει μαζί) Ομέρ «κλείνω-το-μόνιτορ» Βρυώνης είναι άβουλο όργανο ή μίσθαρνος προβοκάτορας του Λαλιώτη. Ο Ηλίας όμως ακόμα κοιμάται μετά από είκοσι μέρες εξαντλητικών προβολών και συνεντεύξεων στις Κάννες και στη Νίτσα, οπότε άπατο το τηλεφώνημα. Αναγκάσθηκα να χρησιμοποιήσω το μυαλό μου. Συνδυάζοντας γνώσεις που είχα αγοράσει πακέτο (το γνωστό takeaway) στις ΗΠΑ ως φοιτητής με την πλούσια εμπειρία μου απ’ το Πανεπιστήμιο της Ζωής (όχι της Λάσκαρη ρε, της άλλης), κατέληξα ότι κακόβουλες πολυεθνικές και δη διαφημιστικές κρύβονται πίσω από το επερχόμενο μπάχαλο. Ειδοποίησα πάραυτα τον Υπουργό Πολιτισμού, ίνα παρέμβει εγκαίρως. Ο λόγος; Μα, τα blogs είναι ο σύγχρονος λαϊκός πολιτισμός! Τι διάολο.

Λοιπόν, ο Υπουργός απουσίαζε στη Μόσχα να εγκαινιάσει ένα άγαλμα, αν κατάλαβα καλά. Έπρεπε να στίψω το τεράστιο κεφάλι μου να κατεβάσει καμιά ιδέα. Ήπια τρία μαρτίνι με πάγο μπας και χαλαρώσω. Δε βοήθησε. Κατέβηκα στο περίπτερο και διάβασα τα πρωτοσέλιδα. Δε βοήθησε. Μετά, καθώς έκλανα διακριτικά στο ασανσέρ ανεβαίνοντας στο ρετιρέ, μου ήρθε. Μεγαλόπρεπα, ανακοίνωσα δια της ξαδέρφης μου Κατερινούλας, την οποία συχνά παρουσιάζω σαν γραμματέα μου για να προσδίδω επιπλέον κύρος στις τηλεφωνικές μου εμφανίσεις, ότι την υπόθεση έπρεπε να αναλάβει η Κυρία Γιάννα Αγγελοπούλου. Αναπάντεχα, το αίτημά μου έγινε αμέσως αποδεκτό και σύσσωμη η μπλογκοσυντακτική ομάδα του (νεο)Ελεύθερου Τύπου έκλεισε θέσεις για τη Νιό! Η ελληνική μπλογκόσφαιρα μπορεί να κοιμάται ήσυχη. Κατόπιν ενεργειών μου, όλα θα πάνε καλά και τα ύπουλα σχέδια του Νταλάρα για latinοποίηση των blogs θα πέσουν στο κενό μεταξύ τρίτου και τέταρτου ορόφου.

Αναμνήσεις

memento

«Αχ, πόσο όμορφη ήσουνα στα νειάτα σου γιαγιάκα!»
«Είδες; Ίδια μ’ εσένα ήμουνα, τη δροσιά σου είχα Αϊσέ… Να μην πω και καλύτερη, σάμπως είχαμε ‘μεις τότε τις κρέμες και τα σιρόπια που πασαλείβεστε σήμερα; Κύττα να δεις «φυσική» ομορφια! Αχ, πού’ναι τα χρόνια, τα ωραία χρόνια!»
«Ααα – τι ωραία παρέα, τι κέφι, καλέ πού είστε εδώ; Στη Βηρυτό;»
«Καλά, δε βλέπεις; Ποιά Βηρυτό μου τσαμπουνάς; Στο Ντουμπάι είμαστε, οικογενειακώς, η Βηρυτός είχε γίνει σκόνη, πάπαλα το εξοχικό… Καταραμένοι Οβριοί!»
«Ηρέμησε γιαγιά, θα σε πιάσει το άσθμα σου – κι αυτή η λεπτή δίπλα σου, ποιά είναι;»
«Μωρή στραβωμάρα, ούτε τη μάνα σου δεν αναγνωρίζεις πια; Τσίμπλες έχουν τα μάτια σου; Δε βλέπεις το βυζί, σ’κωμένο απ’ τα δεκατρία της, κόλαζε ως και τον τρισκατάρατο τον παππού σου, που να καίγεται στην Κόλαση χίλια χρόνια ο μπάσταρδος…»
«Γιαγιά!!»
«Μπα; Κοκκίνησες; Πες μας ότι έχεις αντίθετη άποψη τώρα! Γάιδαρος με περικεφαλαία ήτανε ο σιχτιρισμένος, αμ’τι;»
«Ηρέμησε! ‘Ντάξει, τα ξέρω, τα ξέρω..»
«Ξεράδια! Την τύφλα σου ξέρεις! Με σύγχυσες, τα κατάφερες, αυτό ήθελες;»
«Έλα καλέ γιαγιάκα… πές μου, πές μου για το Ντουμπάι! Αυτή η κακιασμένη κοντούλα στ’ αριστερά σου, η θεία Σάρμα είναι, ε; δεν είναι;;»
«Εσύ παιδάκι μου είσαι ντιπ στραβή! Καλέ ποιά Σάρμα, η Σάρμα ήτανε στην κούνια ακόμα τότε. Την είχαμε αφήσει πίσω, στη Σουλεϊμανίγια… δε θα’χε χρονίσει ακόμα. Η Εσμέ είναι καλέ, η καλή μου η Εσμέ, δε βλέπεις τι γλυκά που χαμογελά; Μακάρι να’χαν οι κόρες μου τη χάρη της…»
«Ώπα γιαγιάκα, βγαίνουν οι προτιμήσεις τώρα; Καλύτερη η δούλα απ’ τις κόρες σου;»
«Ο Θεός είναι μεγάλος κορίτσι μου… Εμείς γεννηθήκαμε σε σώμα γυναίκας, μόνο η ψυχή μας είναι δικιά μας… Αυτή μονάχα ορίζουμε! Μα το σώμα μας, φυλακή-ξεφυλακή, μάθαμε να το δουλεύουμε όπως η ψυχή μας έταζε…»
«Τι μου τσαμπουνάς τώρα πάλι; Άρχισες τα φιλοσοφικά μωρέ γιαγιά; Δεν τα’παμε ξανά και ξανά; Έλα, ‘σύχασε και πες μου αυτή με τη τσάντα στα χέρια ποιά είναι, δεν την αναγνωρίζω.»
«Κακοχρονονάχει άμα ζει ακόμα, να βασανίζεται σαν κουτσή καμήλα σε γοργό καραβάνι, μέγας είσαι Κύριε, σκουλήκια στο κορμ -»
«Έλαααα! Τι σ’ έπιασε πάλι; Ποιά είν’ αυτή επιτέλους;»
«Αυτή; Αυτή;;; ΑΥΤΗ;;; Ο Αχμέτ είναι αυτή
«Ο Αχμέτ; Ποιός Αχμέτ καλέ; Εκείνος που κάηκε – »
«-που κάηκε η ψωλή του, κακοχρονονάχει, διαόλου σπόρος, σατανάς – αχ, Θεέ μου τι έφταιξα..»
«Μα πώς; Πώς; Τι δουλειά έχει ένας Αχμέτ στη συντροφιά σας;»
«…»
«Μίλα γιαγιάκα μου, θες η εγγόνα σου να βρει μπροστά της τίποτα τέτοιο και να μη ξέρει τι να κάμει;»
«Ο σχωρεμένος… ο παππούς σου ντε… μετά που γεννήθηκε η Σάρμα έπιασε και σορόπιαζε με το γιό του οδηγού.. Όμορφος ήτανε ο Αχμέτ, δε λέω, ο διάβολος τον έκανε όμορφο… Και τον είχε σπιτώσει, σα γυναίκα τον είχε, μαζί μας έμενε… Παρεκτός τα βράδυα…»
«…»
«Μέχρι που τον έκαψα…»
«Γιαγιά!! Τι μολογάς; Εσύ του την έκανες τη δουλειά; Ζήλεια γυναίκας λοιπόν τον έφαγε τον καψερό;;»
«Οργή μάνας μωρή – μη λες ανοησίες λοιπόν! Χέστηκα εγώ αν ο κωλόγερος τα γύρισε και γύρευε αγοράκια… εμένα μου’φτανε η Εσμέ μου… μα ο διαολεμένος ο Αχμέτ το’παιζε δίπορτο… την είχε ξεκωλιάσει τη μάνα σου μωρή! Μες στο ίδιο μου το σπίτι! Τους τσάκωσα καταμεσήμερο… μαύρο της τον έκανα της ξεπαρταλιασμένης… Μα και το σίχαμα δε μου γλύτωσε… Φωτιά, φωτιά απ’ το μαγγάλι — »
«Ιιιιιιι!!!!»
«Σκαζμός! Έτσι του ‘πρεπε του χαμούρη. Μοναχά δεν πρόκαμα να του χώσω το αναμμένο δαυλί στη κωλότρυπα… Να στερηθεί παντοτινά όλες τις δροσιές του Θεού…»
«…»
«…»
«Πόσο όμορφα περνάγατε στα νειάτα σου γιαγιάκα μου!»

Πέντε μερίδες παστίτσιο

Το καθυστέρησα αυτό, αλλά μιας και το είχα αρχίσει, κάθησα και το τελείωσα. Πάει μήνας βέβαια, αλλά μπρος στα κάλλη, τι είναι το ζουμί του (με τις παροιμίες πάντα μπερδεύομαι).

Για παστίτσιο μπήκα, με λέξεις φορτωμένος βγήκα… Ο λόγος για την Ματζικα μας που όμως έχει κι άλλα πολύ ενδιαφέροντα να σας πει, ειδικά αν είστε φιλόζωοι και δη κυνόφιλοι!

«Tσίμπησα:» καθαριστήριο, μανικιούρ, σαμπάνια, κοιλοδοκός, χαρτοφύλακας. Δέστε τις ζώνες σας.

stillgreenaway.jpeg

Ο Κ. άπλωσε το βούτυρο στη ζεστή φρυγανιά και καθυστέρησε λίγα δευτερόλεπτα, παρατηρώντας το να λυώνει. Πριν αποφασίσει αν θα άπλωνε μαρμελάδα δαμάσκηνο ή μια ακαθόριστη ανοικτόχρωμη που μάλλον ήταν από εσπεριδοειδή, η Τίνα κατέφθασε στο τραπέζι του πρωινού, μ’ ένα μεγάλο πιάτο που σίγουρα περιείχε το μισό μπουφέ. Την ώρα που η σχιστομάτα σερβιτόρα της τράβηξε την καρέκλα για να τη βοηθήσει, ο Κ. σήκωσε το φρύδι αποδοκιμαστικά. Η Τίνα ταράχτηκε – η άμεση αντίδρασή της ήταν να του χαρίσει ένα χαμόγελο από κείνα τα «σπέσιαλ» (για να του αποσπάσει την προσοχή), αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να εισπράξει ένα δεύτερο ανασήκωμα φρυδιού, περισσότερο ανησυχητικό από το πρώτο, με συνέπεια να κοκκινήσει, να μπερδέψει τα μπούτια της και να σκοντάψει καθώς προσγείωνε τον εξαιρετικού σχήματος κώλο της στην απαλά σπρωχνόμενη από τη σερβιτόρα καρέκλα. Ένα κομμάτι αυγό στραπαστάδα αναπήδησε από το βαρυφορτωμένο πιάτο και προσγειώθηκε στο μπατζάκι του Κ., ψηλά στο μπούτι, καθώς εκείνος τιναζόταν πίσω για να προφυλαχθεί, μάταια βέβαια. Το γόνατό του βρήκε το τραπέζι και ο καφές του χύθηκε λίγο, ευτυχώς μέσα στο πιατάκι. Μαζί με το χαμηλόφωνο «σόρυ αγάπημου» της Τίνας ακούστηκε μόνο μια πνιχτή χριστοπαναγία, αλλά ο Κ. συγκρατήθηκε. Η σερβιτόρα ήταν ήδη σκυμμένη πάνω του, ένα (ειδικό;) πανάκι είχε ως δια μαγείας εμφανιστεί στο χέρι της και αφαίρεσε το αυγό. Ο Κ. ευχαρίστησε χαμηλόφωνα αλλά ο λεκές ήταν εκεί, υγρός και εμφανής. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Η μέρα, παρότι ηλιόλουστη, δεν ξεκίναγε με καλούς οιωνούς. Κι όμως, έπρεπε να αισιοδοξεί ότι θα ήταν η σημαντικότερη μέρα του στο Τόκυο. Η μέρα των υπογραφών με την Εταιρία.

Η Τίνα τον κοίταζε, σιωπηλή. Ο Κ. ένοιωθε ότι εκείνη τη στιγμή τον φοβόταν. Το πιάτο της, με τις υπέροχες λιχουδιές του αυτοκρατορικού πρωινού του Imperial στιβαγμένες σα βουνό, περίμενε κρυώνοντας. Δεν τολμούσε ούτε την κούπα του ακόμα αχνιστού καφέ της να σηκώσει. Ο Κ. αφουγκράστηκε πίσω του την αίθουσα πρωινού του 17ου ορόφου – ήξερε ότι ήταν γεμάτη κόσμο, αλλά οι θόρυβοι που έφταναν στ’ αυτιά του ήταν πνιχτοί. Στο Τόκυο όλοι, ακόμα κι οι τουρίστες, λες και είχαν δώσει όρκο σιωπής, σαν trappistes. Έστρεψε το βλέμμα του πέρα απ’ την λουσμένη στο φως τζαμαρία, στο γιαπί που κτιζόταν με εντυπωσιακούς ρυθμούς απέναντι ακριβώς απ’ το ξενοδοχείο. Το παρατηρούσε κάθε πρωί τις τελευταίες τρεις ημέρες και είχε εντυπωσιαστεί από την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα των συνεργείων. Εκείνη τη στιγμή ο πανύψηλος γερανός ανέβαζε άλλη μια κοιλοδοκό. Ο Κ. απορροφήθηκε εστιάζοντας στην ακριβέστατη, χορευτική θαρρείς κίνηση του μηχανήματος – μόνο δύο εργάτες υποστήριξαν την τοποθέτηση του γιγάντιου κομματιού στη σωστή θέση. Το χέρι του είχε παγώσει μετέωρο, κρατώντας ακόμα το μαχαιράκι με το βούτυρο. Ξαφνικά ένοιωσε κάτι υγρό να τρίβεται στο μπούτι του. Η Τίνα, σκυμμένη επάνω του είχε αποφασίσει να διορθώσει τη ζημιά.

«Έλα αγάπη μου, μη μας κρατάς μούτρα σήμερα,» του ψυθίρισε τρίβοντας απαλά τη βρεγμένη άκρη της πετσέτας της πάνω στο λεκέ. «Το μωρό σου θα τα διορθώσει όλα,» πρόσθεσε εντείνοντας την προσπάθεια. Ο Κ. είδε το χέρι της, με τα μακρυά υπέροχα δάκτυλα, τα κατακόκκινα νύχια με το τέλειο μανικιούρ κι ένοιωσε αστραπιαία πόσο εκτός τόπου ήταν η κίνησή της. Με μιας η σκέψη του επανήλθε από το γιαπί μέσα στην αίθουσα του πρωινού. «Μην ανησυχείς, θα το στείλω στο καθαριστήριο του ξενοδοχείου, σε μια ώρα θα είναι πίσω,» της είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν γλυκά. Η κίνηση του χεριού της Τίνας σταμάτησε απότομα. Αποκωδικοποίησε τη φράση του ως «δε στο κρατάω, μη φοβάσαι τιμωρία», έσκυψε και τον φίλησε απαλά κοντά στο δεξί αυτί πριν γυρίσει στη θέση της. Αμέσως, έπεσε με τα μούτρα στα κρύα πλέον αυγά. Μετά τις δυό πρώτες μπουκιές σήκωσε τα μάτια της πάνω του και αντιλήφθηκε ότι αυτός την παρατηρούσε, το βλέμμα του καρφωμένο στο πρόσωπό της. Του χαμογέλασε, κάπως συγκρατημένα καθώς το στόμα της ήταν γεμάτο, και τα μάτια της τον ρώτησαν βουβά. Ο Κ. άφησε απαλά το μαχαίρι στο πιάτο. Γύρισε πάλι το βλέμμα στο γιαπί και της μίλησε, αλλά ήταν σα να απευθυνόταν στον χειριστή του γερανού.

«Θα πάω απ’ το δωμάτιο ούτως ή άλλως, πρέπει να πάρω το χαρτοφύλακά μου για τη συνάντηση. Φρόντισε να τους ειδοποιήσεις να καθαρίσουν το κοστούμι άμεσα. Θα χρειαστεί ν’ αλλάξω για το κοκτέιλ του Πρέσβη το απόγευμα, το χρειάζομαι έτοιμο ως τις τρεις. Α, και ζήτα τους να υπάρχει σαμπάνια στο δωμάτιο στις δύο – θα έχουμε υπογράψει όταν γυρίσω και θέλω να το γιορτάσουμε, οι δυό μας, εκεί. Πριν του Πρέσβη.»

H Τίνα έκλεισε τα μάτια και πήρε μια βαθειά, χαμηλόφωνη ανάσα. Στο Τόκυο ήταν ευτυχισμένη.

Tokyo φώτα

bar1.jpg

Αντιθέσεις: στους καλοστημένους (διάβαζε: ακριβούς) εσωτερικούς χώρους των κλασικών ή των trendy bar και ξενοδοχείων, το φως και η σκιά έχει δουλευτεί όπως οι προσεκτικά τοποθετημένοι βράχοι στους παραδοσιακούς γιαπωνέζικους κήπους. Αυτές οι ζεν-νησίδες ηρεμίας είναι σκορπισμένες στην πόλη ώστε να αντισταθμίζουν τη σχεδόν παρανοϊκή σχέση των γιαπωνέζων με τους λαμπτήρες νέον, τις φωτεινές επιγραφές, τις διαφημίσεις σε γιγαντο-οθόνες, τα πλήθη που ποτέ δε σταματούν να προχωράνε…

h_street.jpg
h_ramp.jpg
v_junction.jpg
v_neons.jpg v_street.jpg
h_neons.jpg

Tokyo χάι

tepan0.jpg
Δυσκολεύομαι να καθήσω και να γράψω – όχι από έλλειψη χρόνου ή λέξεων, αλλά μάλλον από τη ζαλάδα. Το Τόκυο είναι μια δίνη που σε παρασύρει, ατελείωτο και καταιγιστικό. Τα πόδια μου πονάνε – όχι όμως και το στομάχι μου. Χωρίς πολλά λόγια, ένα φωτο-ποστ από τη χθεσινοβραδυνή επίσκεψη σ’ ένα από τα (κατά τους έγκυρους οδηγούς) καλύτερα εστιατόρια Teppanyaki, το Kamon στο 17ο όροφο του Imperial Tower. Πανδαισία με φόντο τους ουρανοξύστες. Μέχρι στιγμής τα πιό αξιοπληρωμένα 140 ευρώ (το κεφάλι – χεχ).

tepan1.jpg
tepan2.jpg tepan3.jpg
tepan4.jpg
tepan6.jpgtepan7.jpg tepan5.jpg
(Αν συνεχίσω με τέτοια φωτο-ποστ βλέπω τη Magica ν’ ανοίγει λίστα για τσάρτερ… Ευτυχώς, μόλις άρχισαν τα εδέσματα να προσγειώνονται μπροστά μου, έκλεισα τη μηχανή γιατί ..έχασα το φως μου!)